ΜΗΝΥΜΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Τί συμβουλεύουν οἱ πατέρες γιά τό πάθος τοῦ θυμοῦ

1. Είπε Ο αββάς Αγάθων ότι ο οργίλος και ο θυμώδης άνθρωπος και αν ακόμη αναστήσει νεκρό, δεν γίνεται δεκτός από τον Θεό, αν δεν ξεπεράσει το πάθος του θυμού.
2. Είπε ό άββάς Ποιμήν ότι δεν μπορεί να είναι κανείς μοναχός, αν είναι μεμψίμοιρος, αν είναι εκδικητικός. Δεν μπορεί να είναι μοναχός κάποιος που οργίζεται. Αυτοί που κατέχονται και λειτουργούν αυτά τα πάθη, δεν είναι μοναχοί, έστω κι αν νομίζουν ότι είναι.
3.Ένας αδελφός αισθάνθηκε να ανάβει η οργή μέσα του για κάποιον συνασκητή του. Συγκρατήθηκε όμως, προσευχήθηκε, μακροθύμησε προς τον αδελφό και έτσι πέρασε χωρίς ψυχική ζημιά ο πειρασμός. Τότε είδε να βγαίνει από το στόμα του καπνός!
4. Ο αββάς Υπερέχιος είπε: Εκείνος που δεν μπορεί να συγκρατήσει τη γλώσσα του την ώρα της οργής, αυτός δεν θα μπορέσει να επιβληθεί σε κανένα πάθος του.
5. Ο άββάς Αμμωνάς λέει: Δεκατέσσερα έτη ήμουνα στη σκήτη και παρακαλούσα τον Θεό μέρα και νύκτα να μου δώσει τη Χάρη Του να νικήσω την οργή.
 6. Ρώτησαν ένα Γέροντα· τί είναι οργή; Και εκείνος απάντησε: Φιλονικία, ψευδός και αγνωσία.
7. Ένας Γέροντας είπε: Αν ανταλλάξεις με κάποιον πικρά λόγια την ώρα του θυμού και αρνηθεί ο αδελφός αυτός μετά ότι είπε τα πικρά λόγια αυτά, μην τον ερεθίσεις, με το να του λες «τα είπες». Επειδή μπορεί να παρεκτραπεί αυτός ο αδελφός πάλι και να απαντήσει «ναι, τα είπα και τί έγινε λοιπόν;» και έτσι θα γίνει μεγάλος παροξυσμός. Αλλά σιώπησε, μην πεις τίποτε. Και θα επικρατήσει ειρήνη.
8. Ο αββάς Ησαΐας λέει: Αδελφέ, αν κάποιος σε στενοχωρήσει σε κάτι και βλέπεις ότι χρειάζεται να κάνεις κάποια νύξη γι’ αυτό το θέμα στον αδελφό, αν βρίσκεσαι κάτω από την επήρεια της οργής και είσαι ψυχικά αναστατωμένος, καθόλου να μην του μιλήσεις, για να μη ταραχτείς περισσότερο. Αλλά, όταν διαπιστώσεις ότι και συ και αυτός έχετε ηρεμήσει, τότε μίλησε του. Όχι με τρόπο ελεγκτικό, αλλά σαν να του υπενθυμίζεις το σωστό. Κι αυτό να το κάνεις με πολλή ταπείνωση.
9. Ο άγιος Μάξιμος μας εξηγεί το βάθος των πραγμάτων και λέει: Το επιθυμητικό της ψυχής, όσο πιο συχνά το τροφοδοτούμε, παγιώνει στην ψυχή την έξη της φιληδονίας, η οποία είναι ακατανίκητη. Ο θυμός πάλι, όταν συνεχώς λειτουργείται από τον άνθρωπο, κάνει την ψυχή δειλή και άνανδρη. Θεραπεύονται τα δύο αυτά πάθη ως εξής: Η συνήθεια της φιληδονίας με την εντατική προσευχή, την αγρυπνία και την αυστηρή νηστεία. Ενώ ο θυμός με την καλωσύνη, τα φιλάνθρωπα βιώματα προς τον αδελφό, την αγάπη και την ευσπλαχνία .
10. Τον θυμό τον σταματά η μακροθυμία. Τον ελαττώνει η αγάπη και η συμπάθεια.
11. Πρέπει να οπλίζουμε το θυμό μας μόνο εναντίον των δαιμόνων, οι οποίοι μας πολεμούν μέσω του λογιστικού και έχουν θυμό εναντίον μας.
12. Όποιος νηστεύει από φαγητά και ποτά, ερεθίζει όμως το θυμό με πονηρούς λογισμούς, αυτός είναι όμοιος με πλοίο που ταξιδεύει στο πέλαγος και έχει δαίμονα για πλοίαρχο. Γι’ αυτό ας προσέξουμε το σκύλο μας, δηλαδή το θυμό και ας τον διδάξουμε να σκοτώνει μόνο τους λύκους, τους δαίμονες, και όχι να τρώει τα πρόβατα, αλλά να δείχνει πραότητα προς όλους τους ανθρώπους.
13. Το νου που περιπλανιέται τον σταματά η ανάγνωση, η αγρυπνία και η προσευχή. Την επιθυμία που ανάβει, τη μαραίνει η πείνα, ο κόπος και το αποτράβηγμα από τους ανθρώπους. Το φρενιασμένο θυμό τον καταπαύει η ψαλμωδία, η μακροθυμία και το έλεος.
(Ο θυμός, η οργή και η θεραπεία τους, εκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» Καρέας 2008)

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Οι επτά σωματικές πράξεις της Μετάνοιας !

Απόσπασμα από το βιβλίο "Άσκηση' του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού

Στην πρακτική των Πατέρων, που αναλύουμε αναφέρονται επτά σωματικές πράξεις στις οποίες στηρίζονται οι τρόποι και τα έργα της μετάνοιας. Ως πρώτη πράξη στη μετάνοια οι Πατέρες τοποθετούν την η σ υ χ ί α. Είναι η απερίσπαστη διαγωγή. Η απομάκρυνση από τα αίτια, που δημιουργούν τις αφορμές της πτώσης και της ήττας, ειδικά σε όσους είναι ασθενείς χαρακτήρες, αλλά και από αυτόν τον "ὡς λέοντα περιπατοῡντα καί ζητοῡντα νά μάς καταπιή" (' Πέτρ. ε' 8). Με την ησυχία απέχει ο αγωνιστής από τη μάταιη και άσκοπη μέριμνα και του επιτρέπεται αν θέλει να στρέψει τη σκέψη και ασχολία του προς το Θεό, απ΄όπου φωτιζόμενος από τη θεία Χάρη ανακαλύπτει τον εαυτό του, που είναι απαραίτητο καθήκον. Δεύτερη πράξη θεωρείται η ν η σ τ ε ί α. Με αυτήν καταβάλλεται και δεσμεύεται ένας από τους γίγαντες της διαστροφής - η γαστριμαργία - ο ακαταγώνιστος σύμμαχος της φύσης και του διαβόλου. Με αυτήν αιχμαλωτίζει ο τελευταίος τα πλείστα των θυμάτων του. Το πόσο απαραίτητη είναι αυτή η πράξη το απέδειξε ο Κύριος μας, όταν ανέλαβε με την παρουσία του την ανάπλασή μας, μετά το θείο βάπτισμα στον Ιορδάνη. Ποιος τώρα μπορεί να αμφισβητήσει το βάθρο αυτό της μετανοίας, της ανάπλασης, της ανάστασης, της σωτηρίας; Εάν ο αναμάρτητος και απαθής νηστεύει - και μάλιστα παρατεταμένα - ποιος θα προφασιστεί αδυναμία ή άρνηση; Αφήνω και την άσκηση της δίψας που οι έμπειροι της εγκρατείας προβάλλουν ως άριστο άθλημα κατά των παράλογων ορέξεων. Την α γ ρ υ π ν ί α, ως τρίτη πράξη, συνιστούν οι Πατέρες. Είναι το αποτελεσματικότερο μέσο φωτισμού του νου και γεννήτρια της προσευχής. Ο κόρος της υπνηλίας υποβιβάζει άμεσα τη διαύγεια του νου. Μειώνεται η διανοητική ικανότητα της λογικής φύσης να συγκρίνει, διακρίνει, επιλέξει και εφαρμόσει όσα η νόμιμη άσκηση απαιτεί. Η αγρυπνία, ως μέσο της φίλης των Πατέρων μας φιλοπονίας, πάντοτε προηγείτο στους ασκητικούς αγώνες. Και είναι γνωστή η υπερβολική άσκηση των Πατέρων στην αγρυπνία. Επέμεναν στα πολλαπλά οφέλη αυτής της αρετής, επειδή συντελούσε άριστα στη διανοητική εργασία από την οποία εξαρτώνται όλα εφ΄όσον "νοῡς ορᾶ καί νοῦς ακούει" και εκλέγει και εκτελεί. Τέταρτη και πέμπτη πράξη τοποθετούν οι Πατέρες την π ρ ο σ ε υ χ ή και την ψ α λ μ ω δ ί α. Πράγματι διαιρούσαν την εργασία της προσευχής σε δύο τρόπους, που επικρατούν στην τόσο σημαντική αυτή παναρετή. Στο όνομα της προσευχής χάραξαν την έννοια της εσωστρέφειας και ειδικά της "κατά μόνας" προς το Θεό συνομιλίας. Εκεί ο καθένας επιρρίπτει τον εαυτό του μπροστά στη θεία ευσπλαχνία και αγαθότητα και με επίμονη εξομολόγηση, δέηση, ικεσία, παράκληση ή και ευχαριστία αναφέρει τον πόνο και τον πόθο του προς "τόν δυνάμενον σῴζειν" Χριστό, το Θεό μας. Η ψ α λ μ ω δ ί α χρησιμοποιείται στις ομαδικές συναθροίσεις των πιστών. Με την υμνολογία επιτελείται εορταστικότερα η κοινή προσευχή και αυτό είναι περισσότερο αποδεκτό και εφαρμόσιμο από το λαό. Έκτη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την α ν ά γ ν ω σ η και μελέτη λόγων και παραγγελμάτων που μας κατευθύνουν στην εν Χριστώ πνευματική μας ζωή. Ο λόγος τους Κυρίου μας "ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου" αυτό σημαίνει: Να μάθει και να κατανοήσει τις εντολές μου το θέλημά μου και μετά να γίνει τηρητής (τηρών αυτάς). Και αυτός "ἐστιν ό ἀγαπῶν με". Στο Μωσαϊκό νόμο απαιτητικότερα διέταζε ο Θεός τη μελέτη του θελήματός του και την ενασχόληση με αυτό για να μη παραλείπεται, ως καθήκον, η ακριβής τήρηση και εφαρμογή του. "Ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καί νυκτός" (Ψαλμ α' 2). Μια από τις σπουδαιότερες φροντίδες αυτού που θέλει να απαλλαγεί από τη λύσσα του "ὠρυομένου ὡς λέοντος" εναντίον μας, κατά τον Παύλο, είναι το να "μή ἀγνοώμεν τά νοήματα αὐτοῦ" (πρβλ Β' Πετρ. α' 21). Επειδή οι φίλοι και δούλοι του Θεού «οὐκ ἰδίῳ θελήματι ἀλλά Πνεύματι Ἁγίῳ φερόμενοι ἐλάλησαν καί ἔγραψαν» (πρβλ Β' Πετρ. α' 21), είναι πλέον καθήκον η μελέτη και έρευνα των λόγων και των συγγραφών τους προς πλήρη διαφώτιση και μάθηση του αόρατου πολέμου που ασίγαστα διεξάγουμε. Έβδομη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την ε π ε ρ ώ τ η σ η τ ω ν ε μ π ε ί ρ ω ν για κάθε λόγο και πράξη. Με αυτόν τον τρόπο επισφραγίζεται το ταπεινό φρόνημα. Απουσιάζει ή αυταρέσκεια και η απειρία. "Τοῖς ταπεινοῖς" δίνει ο Κύριος το φωτισμό και τη Χάρη του. Το τέλος όλης αυτής της προσπάθειας και ετοιμασίας είναι η υπομονή, ώστε "μήτε θαρρεῖν, μήτε ἀπογιγνώσκειν" απ' όσα συνήθως συμβαίνουν είτε χαροποιά είτε επίπονα.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ "ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ" - ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ

Ερμηνεία του «Κύριε ελέησον»
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ Τόμος Ε'

Συνοπτικά σχόλια
Και αυτό το μικρό κείμενο, που πραγματεύεται με χαριτωμένη απλότητα για την μονολόγιστη ευχή, παραδίδεται από τους συλλέκτες των πατερικών κειμένων της Φιλοκαλίας ανωνύμως και μέσα από τις προθέσεις τους να γνωσθεί και να καλλιεργείται από τον λαόν του Θεού η γλυκύτατη νοερά προσευχή. Για να θεμελιώσει δε την αναγκαιότητα της εκζητήσεως του θείου ελέους, ο συντάκτης του μικρού αυτού δοκιμίου ανατρέχει στην εποχή των Αποστόλων, που παρέδωσαν την ευχή, συμφώνως και προς άλλους διδασκάλους της νοεράς προσευχής. Παρ' ότι περιέχει απόψεις κοινές πλέον, γύρω από την ευχή του Ιησού, όμως, στην απλότητα του, οικοδομεί, πείθει, κατανύσσει με την ιδιαίτερη χάρη του, οπότε και με αυτό επιτυγχάνεται ο σκοπός των εκδοτών της Φιλοκαλίας, ώστε να δικαιούται να ενσωματωθεί σ' αυτή.
Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και συντομότερα «Κύριε ελέησον», από τον καιρό των Αποστόλων χαρίστηκε στους Χριστιανούς και ορίστηκε να το λένε ακατάπαυστα, όπως και το λένε. Τι σημαίνει όμως τούτο το «Κύριε ελέησον», είναι πολύ λίγοι σήμερα που το ξέρουν, κι έτσι φωνάζουν καθημερινά ανωφελώς, αλλοίμονο, και ματαίως το «Κύριε ελέησον», και το έλεος του Κυρίου δεν το λαβαίνουν γιατί δεν ξέρουν τι ζητούν. Γι' αυτό πρέπει να ξέρομε πως ο Υιός και Λόγος του Θεού, αφότου σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος και υπέμεινε τόσα πάθη και σταυρώθηκε και χύνοντας το πανάγιο αίμα Του εξαγόρασε τον άνθρωπο από τα χέρια του διαβόλου, από τότε έγινε Κύριος και εξουσιαστής της ανθρώπινης φύσεως. Και προτού βέβαια σαρκωθεί ήταν Κύριος όλων των κτισμάτων, ορατών και αοράτων, ως δημιουργός και ποιητής τους, όμως των ανθρώπων και των δαιμόνων που δε θέλησαν από μόνοι τους να τον έχουν Κύριο και εξουσιαστή τους, δεν ήταν και Αυτός Κύριος τους, ο Κύριος όλου του κόσμου. Ο πανάγαθος Θεός δηλαδή, και τους Αγγέλους και τους ανθρώπους τους έκανε αυτεξούσιους και τους χάρισε το λογικό, να έχουν γνώση και διάκριση• γι' αυτό, ως δίκαιος που είναι και αληθινός, δε θέλησε να τους αφαιρέσει το αυτεξούσιο και να τους εξουσιάζει με τη βία και χωρίς τη θέλησή τους. Αλλά εκείνους που θέλουν να είναι κάτω από την εξουσία και διακυβέρνησή Του, εκείνους ο Θεός και τους εξουσιάζει και τους κυβερνά• εκείνους πάλι που δε θέλουν, τους αφήνει να κάνουν το θέλημα τους, ως αυτεξούσιοι που είναι. Για τούτο και τον Αδάμ που πλανήθηκε από τον αποστάτη διάβολο κι έγινε κι αυτός αποστάτης του Θεού και δε θέλησε να υπακούσει στην εντολή Του, τον άφησε ο Θεός στο αυτεξούσιό του και δε θέλησε να τον εξουσιάζει τυραννικά.
Αλλά ο φθονερός διάβολος που τον πλάνησε εξαρχής, δεν έπαψε κι έπειτα να τον πλανά, ώσπου τον έκανε παρόμοιο στην αλογία με τα κτήνη τα ανόητα και ζούσε πλέον σαν ζώο άλογο και ανόητο. Μα ο πολυέλεος Θεός τον σπλαχνίστηκε τελικά κι έτσι χαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη1 κι έγινε άνθρωπος για τον άνθρωπο• και με το πανάχραντο αίμα Του τον λύτρωσε από τη δουλεία της αμαρτίας και δια μέσου του ιερού Ευαγγελίου τον οδήγησε πως να ζει θεάρεστα. Και, κατά τον Θεολόγο Ιωάννη, μας έδωσε εξουσία να γίνομε τέκνα Θεού2 και με το θειο βάπτισμα μας αναγέννησε και μας ανέπλασε και με τα άχραντά Του μυστήρια τρέφει καθημερινά την ψυχή μας και τη ζωογονεί. Και μ' ένα λόγο, με την άκρα Του σοφία βρήκε τον τρόπο να μένει πάντοτε αχώριστος μ' εμάς κι εμείς με Αυτόν, για να μην έχει πλέον καθόλου τόπο σ' εμάς ο διάβολος. Ορισμένοι όμως από τους Χριστιανούς, ύστερα από τόσες χάριτες που αξιώθηκαν και υστέρα από τόσες ευεργεσίες που έλαβαν από τον Δεσπότη Χριστό, πλανήθηκαν πάλι από το διάβολο και εξαιτίας του κόσμου και της σάρκας ξεμάκρυναν από το Θεό και κατακυριεύονται από την αμαρτία και από το διάβολο κάνοντας τα θελήματά του. Όμως δεν είναι τελείως αναίσθητοι ώστε να μην αισθάνονται το κακό που έπαθαν. Καταλαβαίνουν το σφάλμα τους και γνωρίζουν την υποδούλωσή τους, αλλά δεν μπορούν αυτοί μόνοι τους να γλυτώσουν και γι' αυτό προστρέχουν στο Θεό και φωνάζουν το «Κύριε ελέησον» για να τους ευσπλαχνιστεί ο πολυέλεος Κύριος και να τους ελεήσει, να τους δεχτεί σαν τον άσωτο υιό3 και να τους δώσει πάλι τη θεία χάρη Του και μέσω αυτής να γλυτώσουν από τη δουλεία της αμαρτίας, ν' απομακρυνθούν από τους δαίμονες και να λάβουν πάλι την ελευθερία τους, για να μπορέσουν με τον τρόπο αυτό να ζήσουν θεάρεστα και να φυλάξουν τις εντολές του Θεού. Αυτοί λοιπόν οι Χριστιανοί που, όπως είπαμε, με τέτοιο σκοπό φωνάζουν το «Κύριε ελέησον», αυτοί θα επιτύχουν εξάπαντος και το έλεος του πανάγαθου Θεού και θα λάβουν τη χάρη Του να ελευθερωθούν από τη δουλεία της αμαρτίας και να σωθούν. Εκείνοι όμως που δεν έχουν είδηση από αυτά που είπαμε, μήτε γνωρίζουν τη συμφορά τους που είναι καταδουλωμένοι στα θελήματα της σάρκας και στα κοσμικά πράγματα, μήτε έχουν ευκαιρία να συλλογιστούν την υποδούλωση τους, αλλά χωρίς τέτοιο σκοπό φωνάζουν μόνο το «Κύριε ελέησον», περισσότερο από συνήθεια, αυτοί πως είναι δυνατό να λάβουν το έλεος του Θεού; Και μάλιστα τέτοιο θαυμάσιο και άπειρο έλεος; Γιατί είναι καλύτερα να μη λάβουν το έλεος του Θεού, παρά να το λάβουν και πάλι να το χάσουν, επειδή τότε είναι διπλό το φταίξιμο τους. Άλλωστε, αν κανείς δώσει κανένα πετράδι πολύτιμο στα χέρια μικρού παιδιού ή κανενός αγροίκου άνθρωπου που να μην ξέρει τι αξίζει, και αυτοί το πάρουν στα χέρια τους και το χάσουν, είναι φανερό πως δεν το έχασαν εκείνοι αλλά αυτός που τους το έδωσε.
Και για να καταλάβεις καλύτερα τα λεγόμενα, συλλογίσου πως στον κόσμο τούτο εκείνος που είναι άπορος και φτωχός και θέλει να πάρει ελεημοσύνη από κάποιο πλούσιο, πηγαίνει και του λέει «ελέησον με», δηλαδή «λυπήσου με για τη φτώχεια μου και δος μου τα αναγκαία». Και πάλι, εκείνος που έχει χρέος και θέλει να του το χαρίσει ο δανειστής του, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «λυπήσου με για την ανέχειά μου και χάρισέ μου αυτό που σου χρωστώ». Όμοια και ο φταίχτης, θέλοντας να τον συγχωρήσει εκείνος στον οποίο έφταιξε, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «συγχώρεσέ με για ό,τι σου έκανα». Από την άλλη μεριά, ο αμαρτωλός φωνάζει στο Θεό το «Κύριε ελέησον» και δεν ξέρει μήτε τι λέει, μήτε γιατί το λέει, αλλά μήτε τι είναι το έλεος του Θεού που τον παρακαλεί να του το δώσει, μήτε σε τι τον συμφέρει το έλεος που ζητά, και μόνο από συνήθεια φωνάζει «Κύριε ελέησον», χωρίς να ξέρει τίποτε. Πως λοιπόν να του δώσει ο Θεός το έλεός Του, αφού αυτός, καθώς δεν το ξέρει, το καταφρονεί και πάλι το χάνει σύντομα και αμαρτάνει περισσότερο; Το έλεος του Θεού δεν είναι άλλο, παρά η χάρη του Παναγίου Πνεύματος, την οποία πρέπει να ζητούμε από το Θεό εμείς οι αμαρτωλοί και να φωνάζομε ακατάπαυστα το «Κύριε ελέησον», δηλαδή «λυπήσου με, Κύριε μου, τον αμαρτωλό, στην ελεεινή κατάσταση που βρίσκομαι, και δέξου με πάλι στη χάρη Σου• δος μου πνεύμα δυνάμεως, για να με δυναμώσει ν' αντισταθώ στους πειρασμούς του διαβόλου και στην κακή συνήθεια της αμαρτίας• δος μου πνεύμα σωφρονισμού, για να σωφρονιστώ, να έρθω σε αίσθηση του εαυτού μου και να διορθωθώ• δος μου πνεύμα φόβου, για να σε φοβούμαι και να φυλάγω τις εντολές Σου• δος μου πνεύμα αγάπης για να σε αγαπώ και να μην απομακρύνομαι πλέον από κοντά Σου• δος μου πνεύμα ειρήνης, για να φυλάγει την ψυχή μου ειρηνική και να συγκεντρώνω όλους μου τους λογισμούς και να είμαι ήσυχος και ατάραχος• δος μου πνεύμα καθαρότητας, για να με φυλάγει καθαρό από κάθε μολυσμό• δος μου πνεύμα πραότητας, για να είμαι ήμερος στους αδελφούς μου Χριστιανούς και να απέχω από το θυμό• δος μου πνεύμα ταπεινοφροσύνης, για να μη φαντάζομαι τα υψηλά και υπερηφανεύομαι».
Εκείνος λοιπόν που γνωρίζει την ανάγκη που έχει από όλα αυτά και τα ζητά από τον πολυέλεο Θεό, φωνάζοντας το «Κύριε ελέησον», αυτός βεβαιότατα θα λάβει εκείνο που ζητά και θα επιτύχει το έλεος και τη θεία χάρη του Κυρίου. Όποιος όμως δεν ξέρει τίποτε από αυτά που είπαμε, αλλά από συνήθεια μόνο φωνάζει το «Κύριε ελέησον», αυτός δεν είναι δυνατό να λάβει ποτέ το έλεος του Θεού• γιατί και πρωτύτερα έλαβε πολλές χάριτες από το Θεό μα δεν τις αναγνώρισε, μήτε ευχαρίστησε το Θεό που του τις έδωσε. Αυτός έλαβε το έλεος του Θεού όταν πλάστηκε κι έγινε άνθρωπος• έλαβε το έλεος του Θεού όταν αναπλάστηκε με το άγιο βάπτισμα κι έγινε ορθόδοξος Χριστιανός• έλαβε το έλεος του Θεού όταν γλύτωσε από τόσους κινδύνους ψυχικούς και σωματικούς που δοκίμασε στη ζωή του• έλαβε το έλεος του Θεού τόσες φορές που αξιώθηκε να κοινωνήσει τα άχραντα μυστήρια• έλαβε το έλεος του Θεού όσες φορές αμάρτησε στο Θεό και τον πίκρανε με τις αμαρτίες του και δεν εξολοθρεύτηκε, μήτε τιμωρήθηκε παιδαγωγικά όπως του έπρεπε* έλαβε το έλεος του Θεού όταν με διάφορους τρόπους ευεργετήθηκε από το Θεό και δεν το αναγνώρισε, αλλά όλα τα λησμόνησε και δε φρόντισε καθόλου για τη σωτηρία του. Αυτός λοιπόν ο Χριστιανός πως να λάβει το έλεος του Θεού χωρίς να το αισθάνεται και χωρίς να γνωρίζει πως δέχεται τέτοια χάρη από το Θεό, καθώς είπαμε, μήτε να ξέρει τι λέει, αλλά να φωνάζει μόνο το «Κύριε ελέησον» χωρίς κανένα στόχο και σκοπό, εκτός από μόνη τη συνήθεια;
1. Ψαλμ. 17, 10.
2. Ιω. 1,12.
3. Λουκ. 15, 20.

«Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». (Ἁγίου Μακαρίου Ἐπ. Κορίνθου, Ἑρμηνεία στό «Πάτερ Ἡμῶν»)


«Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»
Πραγματικά, ἀδελφοί μου, εἶναι μεγάλη ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Κυρίου μας καὶ ἀνερμήνευτη ἡ φιλανθρωπία ποὺ ἔδειξε καὶ δείχνει σὲ μᾶς τοὺς ἀχάριστους καὶ ἀγνώμονες πρὸς Αὐτόν, τὸν εὐεργέτη μας. Διότι, ὄχι μόνο μᾶς ἀνέστησε, ἐνῶ εἴχαμε κατρακυλήσει στὴν ἁμαρτία, ἀλλά, ἐπειδὴ ἡ ἀγαθότητά Του εἶναι ἄπειρη, μᾶς παρέδωσε καὶ πρότυπο προσευχῆς, ποὺ ἀνεβάζει τὸ νοῦ μας στὴν ὑψηλὴ κατάσταση τῆς Θεολογίας καὶ βοηθᾶ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος νὰ μὴν πέσει πάλι ἀπὸ ἐπιπολαιότητα καὶ ἀφροσύνη στὰ ἴδια ἁμαρτήματα.
Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, ἔτσι ὅπως εἶναι καὶ πρέπον, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς προσευχῆς, ἀνεβάζει τὸ νοῦ μας στὸ ὑψηλὸ ἐπίπεδό τῆς Θεολογίας.Μᾶς γνωρίζει τὸν κατὰ φύση Πατέρα Του καὶ Δημιουργὸ ὅλης τῆς ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως, καὶ μᾶς ἐπισημαίνει τὴν κατάσταση τῆς υἱοθεσίας, τὴν ὁποία ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ἀξιωθήκαμε νὰ λάβουμε, γι’ αὐτὸ ἔχουμε καὶ τὴ δυνατότητα νὰ Τὸν φωνάζουμε κατὰ χάριν, «Πατέρα».
Διότι, ἀφοῦ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς σαρκώθηκε, δόθηκε ἐξουσία σὲ ὅλους, ὅσοι Τὸν πίστευσαν, νὰ γίνουν τέκνα καὶ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, μέσῳ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, καθὼς τὸ λέει ὁ Θεολόγος καὶ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Σ’ ὅσους Τὸν δέχθηκαν καὶ πίστευσαν σ’ Αὐτόν, ἔδωσε τὸ δικαίω0μα νὰ γίνουν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ». Ἐνῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Εἶστε ὅλοι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ πιστεύετε στὸν Ἰησοῦ Χριστό». Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο: «Καὶ ἐπειδὴ πραγματικὰ εἶστε παιδιά Του, ὁ Θεὸς ἀπέστειλε τὸ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ στὶς καρδιές σας, καὶ αὐτὸ φωνάζει: Ἀββᾶ, Πατέρα μου». Δηλαδή: Ὅλοι οἱ πιστοὶ καὶ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ εἶστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῆς πίστεως, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἢ νὰ τὸ πῶ καὶ διαφορετικά: Ἐπειδὴ εἶστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἔστειλε ὁ Θεὸς καὶ κατὰ Χάριν Πατέρας σας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ Του στὶς καρδιές σας, τὸ ὁποῖο φωνάζει μυστικὰ ἐκεῖ μέσα: «Πατέρα, Πατέρα μας».
Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριός μας παραγγέλλει πῶς νὰ προσευχόμαστε πρὸς τὸν κατὰ Χάριν Πατέρα μας, γιὰ νὰ εἴμαστε πάντοτε, μέχρι τὸ τέλος, κάτω ἀπὸ τὴ Χάρη τῆς υἱοθεσίας. Νὰ εἴμαστε δηλαδὴ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀναγεννήσεώς μας μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, ἀλλὰ καὶ στὴ συνέχεια, μέσα στὴ ζωὴ καὶ στὴν πράξη. Διότι, ὅποιος δὲν ζεῖ πνευματικὴ ζωὴ καὶ δὲν ἔχει ἔργα πνευματικά, ἄξια τῆς ἄνωθεν ἀναγεννήσεως, ἀλλὰ τὰ ἔργα του εἶναι ἔργα σατανικά, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ὀνομάζει πατέρα του τὸν Θεό. Ἀλλὰ θὰ ὀνομάζει πατέρα του τὸν διάβολο, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου μας ποὺ λέει: «Ὁ πατέρας ποὺ ἔχετε ἐσεῖς εἶναι ὁ διάβολος, καὶ ὅσα ἐπιθυμεῖ ὁ πατέρας σας, αὐτὰ θέλετε νὰ κάνετε». Δηλαδὴ ἐσεῖς εἶστε γεννημένοι ὡς πρὸς τὴν κακία ἀπὸ τὸν πατέρα σας, τὸν διάβολο, καὶ τὶς κακὲς καὶ διεστραμμένες ἐπιθυμίες τοῦ πατέρα σας θέλετε νὰ κάνετε.
Μᾶς προστάζει δὲ νὰ ὀνομάζουμε τὸν Θεὸ «Πατέρα», ἀφενὸς μὲν γιὰ νὰ μᾶς πληροφορήσει ὅτι γίναμε στ’ ἀλήθεια παιδιὰ τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, ἀφετέρου δέ, διότι πρέπει νὰ φυλάττουμε καὶ τὶς ἰδιότητες, δηλαδὴ τὶς ἀρετὲς τοῦ Πατέρα μας, αἰσθανόμενοι ντροπὴ κατὰ κάποιο τρόπο, γιὰ τὴ συγγένεια τὴν ὁποία ἔχουμε μὲ Αὐτόν, καθὼς ὁ Ἴδιος λέει: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ἡμῶν οἰκτίρμων ἐστίν». Δηλαδή: Νὰ γίνετε καὶ σεῖς σπλαχνικοὶ σὲ ὅλους, ὅπως εἶναι καὶ ὁ Πατέρας σας σὲ ὅλους σπλαχνικός.
Καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος λέει: «Ἑτοιμασθεῖτε λοιπὸν πνευματικὰ καὶ μείνετε ἄγρυπνοι, ἀφῆστε νὰ σᾶς καθοδηγεῖ πλήρως ἡ ἐλπίδα ποὺ σᾶς προσμένει, ὅταν φανερωθεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἀφοῦ ἀποφασίσατε νὰ ὑπακούετε στὸν Θεό, μὴν ἀφήνετε νὰ ρυθμίζουν τὴ ζωὴ σας οἱ ἐπιθυμίες ποὺ εἴχατε πρὶν Τὸν γνωρίσετε. Ἀντίθετα, ὅλη ἡ συμπεριφορά σας νὰ εἶναι ἅγια, ὅπως ἅγιος εἶναι καὶ ὁ Θεὸς ποὺ σᾶς κάλεσε. Γιατί τὸ λέει ἡ Γραφή: Νὰ γίνετε ἅγιοι γιατί κι ἐγὼ εἶμαι ἅγιος. Κι ἀφοῦ στὶς προσευχὲς σας ὀνομάζετε τὸν Θεὸ «Πατέρα», ποὺ κρίνει τὸν καθένα σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα του, χωρὶς νὰ κάνει διακρίσεις σὲ πρόσωπα, ἔχετε ὑποχρέωση νὰ περνᾶτε τὴν πρόσκαιρη ζωὴ σας πάνω στὴ γῆ μὲ σεβασμὸ στὸν Θεό, γιὰ νὰ μὴν κατακριθεῖτε ἀπ’ Αὐτόν».
Ὁ δὲ Μέγας Βασίλειος λέει ὅτι «χαρακτηριστικὸ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, εἶναι νὰ γίνει κατὰ τὸ δυνατὸν παρόμοιος μὲ τὸ Πνεῦμα, ἀπὸ τὸ Ὁποῖο καὶ γεννήθηκε, καθὼς εἶναι γραμμένο, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ σαρκικὸ πατέρα εἶναι καὶ αὐτὸς σάρκα, δηλαδὴ εἶναι σαρκικός. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, εἶναι πνεῦμα, δηλαδὴ εἶναι πνευματικός».
Καὶ τρίτον, Τὸν ὀνομάζουμε «Πατέρα», διότι πιστεύσαμε σ’ αὐτόν, τὸν Μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, συμφιλιωθήκαμε μὲ τὸν Θεό, τὸν οὐράνιο Πατέρα μας, ἐνῶ πρὶν ἤμασταν ἐχθροὶ μαζί Του καὶ τέκνα ὀργῆς.
Καὶ ὅταν λέει ὁ Κύριος νὰ λέμε «Πάτερ ἡμῶν», δείχνει μὲ αὐτὸ ὅτι, ὅσοι ἀναγεννηθήκαμε μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, ὅλοι εἴμαστε ἀδελφοὶ γνήσιοι καὶ παιδιὰ ἑνὸς Πατέρα, δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ σημαίνει παιδιὰ τῆς Ἁγίας Ἀνατολικῆς, Ἀποστολικῆς καὶ Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀγαποῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ὡς γνήσιοι ἀδελφοί, καθὼς μᾶς προστάζει ὁ Κύριος λέγοντας: «Αὐτὴ εἶναι ἡ δική μου ἐντολή, νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον».
Καὶ ὡς πρὸς μὲν «τὸ εἶναι», δηλαδὴ τὴν πλάση καὶ δημιουργία μας, εἶναι καὶ λέγεται ὁ Θεὸς Πατέρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων, καὶ τῶν πιστῶν καὶ τῶν ἀπίστων. Ἔχουμε λοιπὸν χρέος νὰ ἀγαποῦμε ὅλους τους ἀνθρώπους, διότι τοὺς ἔκαμε τὴν τιμὴ καὶ τοὺς ἔπλασε μὲ τὰ χέρια Του ὁ Θεός, καὶ μόνο τὴν κακία καὶ τὴν ἀσέβεια νὰ μισοῦμε καὶ ὄχι τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Κατὰ δὲ τὸ «εὖ εἶναι», δηλαδὴ τὴν ἀνάπλασή μας, πάλι εἶναι καὶ λέγεται ὁ Θεὸς Πατέρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀγαποῦμε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, γιατί εἴμαστε διπλὰ ἑνωμένοι καὶ κατὰ τὴ φύση καὶ κατὰ τὴ Χάρη.
Ὅλοι δὲ οἱ ἄνθρωποι διαιροῦνται σὲ τρεῖς κατηγορίες: Σὲ δούλους γνήσιους, σὲ δούλους νόθους καὶ σὲ δούλους πονηρούς, ἐχθρούς του Θεοῦ.
Καὶ δοῦλοι γνήσιοι εἶναι ὅσοι πιστεύουν ὀρθά, εἶναι δηλαδὴ ὀρθόδοξοι, καὶ μὲ φόβο καὶ χαρὰ ἐπιτελοῦν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Δοῦλοι νόθοι εἶναι ὅσοι πιστεύουν μὲν στὸν Χριστὸ καὶ ἔλαβαν καὶ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, ἀλλὰ ὅμως δὲν ἐργάζονται τὶς ἐντολές Του.
Οἱ ἄλλοι, παρόλο ποὺ εἶναι καὶ αὐτοὶ δοῦλοι, ὡς δικά Του δημιουργήματα, εἶναι ὅμως πονηροί, ἐχθροὶ καὶ ἐνάντιοι τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ εἶναι πολὺ ἀδύνατοι καὶ μηδαμινοὶ καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐπιφέρουν κάτι κακὸ ἐναντίον Του. Καὶ αὐτοὶ εἶναι ὅσοι πίστευσαν στὸν Χριστό, ὕστερα ὅμως ἔπεσαν σὲ διάφορες αἱρέσεις.
Μαζὶ μ’ αὐτοὺς συναριθμοῦνται οἱ ἄπιστοι καὶ οἱ ἀσεβεῖς.
Ὅμως ἐμεῖς ποὺ ἀξιωθήκαμε νὰ γίνουμε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ κατὰ Χάριν, διὰ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, ἂς μὴ γινόμαστε πάλι δοῦλοι στὸν ἐχθρό μας τὸν διάβολο, μὲ τὸ νὰ πέφτουμε θεληματικῶς στὰ κακά του θελήματα, γιὰ νὰ μὴ γίνουμε ὅμοιοι μ’ ἐκείνους, γιὰ τοὺς ὁποίους γράφει ὁ Ἀπόστολος ὅτι «ἦταν παγιδευμένοι ἀπὸ τὸν διάβολο, γιὰ νὰ κάνουν τὸ θέλημά του».
Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Πατέρας μας εἶναι στοὺς Οὐρανούς, πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ στρέφουμε τὸ νοῦ μας στὸν Οὐρανό, ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ πατρίδα μας, ἡ ἄνω Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄχι νὰ ἔχουμε στραμμένο τὸ βλέμμα μας κάτω στὴ γῆ, ὅπως οἱ χοῖροι. Ἀλλὰ νὰ προσβλέπουμε πρὸς Αὐτόν, τὸν γλυκύτατο Σωτήρα καὶ Δεσπότη μας, καὶ στὰ οὐράνια κάλλη τοῦ Παραδείσου. Καὶ αὐτὸ νὰ τὸ κάνουμε, ὄχι μόνο τὸν καιρό της προσευχῆς, ἀλλὰ ὅλον τὸν καιρὸ καὶ σὲ κάθε τόπο πρέπει νὰ ἔχουμε τὸ νοῦ μας στὸν Οὐρανό, γιὰ νὰ μὴ διασκορπίζεται ἐδῶ κάτω στὰ φθαρτὰ καὶ πρόσκαιρα πράγματα.
Καί, ἂν ἀσκοῦμε κάθε μέρα βία στὸν ἑαυτό μας, καθὼς λέει ὁ Κύριος, ὅτι «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ κερδίζεται μὲ βία καὶ προσπάθεια καὶ τὴν κατακτοῦν ὅσοι ἀγωνίζονται», μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, θὰ διαφυλαχθεῖ καὶ σὲ μᾶς τὸ «κατ’ εἰκόνα» σῶο καὶ καθαρό. Καὶ ἔτσι λίγο-λίγο ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἀνερχόμαστε πρὸς τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν», ἁγιαζόμενοι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἁγιάζοντας κι ἐμεῖς τὸ Ὄνομά Του στὴ γῆ, λέγοντας πρὸς Αὐτὸν μαζὶ μὲ τὴν Κυριακὴ προσευχή: «Ἁγιασθήτω τὸ Ὄνομά Σου»

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου

«Νεφέλη γαρ Κυρίου ην επί της Σκηνής ημέρας,
 και πυρ ην επ' αυτοίς νυκτός εναντίον παντός Ισραήλ».
(Έξοδος κεφ. μ' 36)

Δέσποινα Θεοτόκε, το κειμήλιον των αρετών, η σκέπη και η καταφυγή πάντων των Χριστιανών, πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου και λύτρωσαι ημάς εκ των ορατών και αοράτων εχθρών.
Θεοτόκε Παρθένε, η των ουρανών Πλατυτέρα, εσύ είσαι η κλίμαξ ην ο Ιακώβ εθεάσατο. Δια των ιδικών σου πρεσβειών ανερχόμενοι οι Άγγελοι αναφέρουν εις τον Άγιον Θεόν τας προσευχάς των Χριστιανών. κατερχόμενοι δε μεταφέρουν εις αυτούς την χάριν και τας δωρεάς Αυτού.
Νεφέλη οδηγούσε και εσκέπαζε τους Ισραηλίτας όταν εβάδιζον εις την έρημον και νεφέλη εκάλυπτεν την Σκηνήν του Μαρτυρίου. Όλα αυτά όμως ήσαν τύπος και σκιά της χάριτος του Θεού2.
Όταν όμως ο ήλιος της δικαιοσύνης, ο Ιησούς Χριστός εσκήνωσεν εν σοι, δια της ενσάρκου οικονομίας αυτού, τότε εσύ Θεοτόκε έγινες η φωτεινή Σκηνή του Αγίου Πνεύματος, φωτίζουσα, σκέπουσα, περιθάλπουσα και οδηγούσα τον νέον Ισραήλ εις τον Παράδεισον, εις την Βασιλείαν των ουρανών.
Πώς να μη σε ευχαριστήσωμεν Πάναγνε διότι με την αστραπόμορφον Σκέπην σου πλημμυρίζεις τας ψυχάς των ευσεβών Χριστιανών με θεία νοήματα; Εσύ Παναγία μας, ως φιλόστοργος Μήτηρ στολίζεις τις ψυχές μας δια των πολλών σου χαρίτων και τας καθιστάς ευαρέστους ενώπιον του Αγίου Θεού.
Η αισχύνη της ψυχικής γυμνότητος δια των πολλών σου χαρίτων καλύπτεται. δια του ιερού σου Μαφορίου3 σκεπάζεις τις ψυχές μας αι οποίαι στερούνται ενδύματος γάμου και δεν ημπορούν να εισέλθουν εις την Βασιλείαν των Ουρανών.
Πολυύμνητε Κόρη, το ταμείον των θείων δωρεών μη παρίδης τας δεήσεις των πτωχών δούλων σου. Κάθε ψυχή στερουμένη έργων αγαθών προς Σε ανατρέχει. επιποθούσα δε της θείας Χάριτος προς Σε καταφεύγει. Εσύ είσαι η σκέπη και η ευπρέπεια πάντων των εις Σε προστρεχόντων.
Η ευσπλαχνία σου Θεοτόκε, ωσάν θάλασσα ανεξάντλητος επικαλύπτει πάντας τους αμαρτωλούς και επιχέει προς τους δεομένους ιάματα των ψυχών και των σωμάτων.
Κάθε ψυχή, εφ' όσον επικαλείται την βοήθειάν σου Δέσποινα, όσον άμορφη κι αν έχη κατασθή ένεκα της αμαρτίας δεν θα παραμείνη εις την ακοσμίαν αυτής, αλλά αι πρεσβείαι σου θα ελκύσουν επ' αυτήν την χάριν του Αγίου Πνεύματος.
Άνευ των ιδικών σου πρεσβειών και της ιδικής σου προστασίας και Σκέπης ουδείς λυτρούται εκ των ακαθάρτων λογισμών και ουδείς αναβαίνει άνευ των θερμών δεήσεών σου προς τον Θεόν και Πατέρα ημών.
Ω θαυμαστή πρεσβεία πάντων των Ορθοδόξων Χριστιανών! Των προφητών εκπλήρωμα, Αποστόλων δόξα, Μαρτύρων εγκαλλώπισμα, της Παρθενίας το καύχημα και παντός του κόσμου πανθαύμαστος Σκέπη!
Ως όρνις σκέπασον υπό τας αγίας πτέρυγάς σου και περιφρούρησον τα πιστά τέκνα σου, Θεοτόκε Παρθένε.
Καθ' ημέραν πράττομεν τα πονηρά και παροργίζομεν τον δίκαιον Θεόν. Ένεκα των πολλών αμαρτιών μας, υποπίπτομεν εις πολλούς πειρασμούς και θλίψεις. «Πολλαί αι θλίψεις του αμαρτωλού» (Ψαλ. λα' 10).
Πρόφθασον Δέσποινα και δώρησαι μετάνοιαν εις την πατρίδα μας και περίσκεπε αυτήν εκ των επαπειλούντων αυτήν εχθρών. «Εκύκλωσαν με κύνες πολλοί συναγωγή πονηρευομένων περιέσχον με» (Ψαλ. κα' 17).
Δεν θα υπήρχωμεν επί της γης Θεοτόκε, εάν δεν προέφθανον αι πρεσβείαι σου να εξευμενίσουν τον Άγιον Θεόν, προς τον οποίον καθ' ημέραν αμαρτάνομεν.
Παναγία μας, η παραμυθία πάντων των ευσεβών Χριστιανών, λύτρωσαί μας εκ της επικειμένης ημίν δικαίας του Θεού παιδεύσεως.
Σκέπε πάντοτε εκ πάσης απειλής ημάς Δέσποινα, ότι μετά Θεόν τας ελπίδας σοι αναθέμεθα.
Ταις της Πανυπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου πρεσβείαις, της ακαταμαχήτου ημών προστασίας, σώσον την κληρονομίαν σου Κύριε, ίνα απροσκόπτως και ελευθέρως δοξάζομεν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομά Σου, εις το οποίον πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.
μ.μ.
1-10-94


Απολυτίκιον
ήχος α'. Του λίθου σφραγισθέντος
Της Σκέπης σου την χάριν, ανυμνούμεν Παρθένε. ην εν τω πανσέπτω ναώ σου εφήπλωσας τοις πάσι. το θαύμα εκπλήττει πάντα νουν, πώς θείον σου μαφόριον σεμνή, εφηπλούτο πανταχόθεν τοις πιστοίς, τη αίγλη αστραπηφόρον. Χάρις τη αντιλήψει σου Αγνή, χάρις τη θεία Σκέπη σου. Χάρις τη προμηθεία σου, μόνη Πανάχραντε.


1.    Η εορτή της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου μας υπενθυμίζει την ένδοξον αυτής φανέρωσιν εν Βλαχέρναις, την οραθείσαν υπό του Αγίου Ανδρέου και του μαθητού αυτού Επιφανίου. Η Υπεραγία Θεοτόκος δορυφορουμένη υπό των Αγίων Αγγέλων, χειροκρατουμένη δε υπό του Τιμίου Προδρόμου και Ιωάννου του Θεολόγου εισήλθε εις το μέσον του Ναού και κλίνασα το γόνυ αυτής προσηύξατο επί πολλήν ώραν, ραίνουσα με δάκρυα το Θεοειδές αυτής πρόσωπον, υπέρ των πιστών τον Μονογενή αυτής Υιόν δυσωπούσα. Εγερθείσα έπειτα η Θεοτόκος εισήλθεν εις το Άγιον Βήμα και λαβούσα εκ της Αγίας Σορού το Μαφόριον αυτής ήλθε προ του Βήματος και σεμνοπρεπώς δια των αχράντων αυτής χειρών εφήπλωσεν επάνω του περιεστώτος λαού και εσκέπασεν αυτούς. Όταν δε η Κυρία Θεοτόκος ανέβαινεν εις τους ουρανούς η θεία Σκέπη ολίγον κατ' ολίγον επήρθη, η οποία ήταν η Χάρις αυτής, εκδηλουμένη δια του ιερού αυτής Μαφορίου, φυλαττομένου εις τον Ναόν των Βλαχερνών.
Δια της εορτής αυτής ευχαριστούμεν την Παναγίαν μας, την Προστάτιδα ημών, δια την φανερωθείσαν προς το Χριστιανικόν γένος ευσπλαχνίαν αυτής και δεόμεθα προς αυτήν εκτενώς, ίνα πάντοτε ευσπλάχνως σκέπη ημάς τους αιτούντας την Σκέπην αυτής.
Ως Θεομητορική εορτή η Αγία Σκέπη καθιερώνεται τον Ι’ αιώνα επί Λέοντος του Σοφού.
Εις τον νεώτερον όμως Ελληνισμόν η προστασία της Αγίας Σκέπης εκδηλώθηκε ιδιαίτερα εις το έπος του 1940. Γίνεται νεφέλη δια να κρύψη τον στρατό μας εις τα βουνά της Βορείου Ηπείρου και απλώνει το «Μαφόρι» της αγάπης και σκεπάζει τους αγωνιστάς της τιμής και του δικαίου.
2.    «Η νεφέλη γαρ εγένετο σκιάζουσα επ' αυτοίς ημέρας, εν τω εξαίρειν αυτούς εκ της παρεμβολής» (Αριθμοί κεφ. α' 34).
3. Μαφόριον ή ωμοφόριον: Η Δέσπονα Θεοτόκος με το Μαφόριον εκάλυπτεν την ιεράν αυτής κεφαλήν και τους ώμους. Ήτο δε χρώματος κοκκίνου προς ένδειξιν της ακηράτου αυτής παρθενίας. Δια τούτο και οι ζωγράφοι ιστορούν τας παρθένους αγίας Μάρτυρας με κόκκινον Μαφόριον, τας υπάνδρους με λευκόν και τας μοναζούσας με μαύρον. (Βλέπε και Βασιλειών β’ κεφ. ιγ’. σχετικήν ιστορίαν με την Θάμαρ, θυγατέρα του Δαβίδ....)

† ΜΟΝΑΧΟΥ  ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ  ΚΑΡΑΚΑΛΛΗΝΟΥ
«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»
        ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Πρῶτος λόγος εἰς τοὺς μακαρισμούς
 
Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης


ΛΟΓΟΣ Α΄

«Ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἶδε τὰ πλήθη, ἀνέβηκε στὸ ὄρος, κι ὅταν κάθισε, πλησίασαν οἱ μαθητές Του, κι ἄρχισε νὰ τοὺς διδάσκει, λέγοντας: Μακάριοι εἶναι οἱ ταπεινοί, γιατί σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Ἐλᾶτε νὰ ἀνεβοῦμε στὸ ὄρος τοῦ Κυρίου

1. Ποιὸς ἄραγε εἶναι ἄξιος ἀπὸ τοὺς ἐδῶ συναγμένους ὥστε καὶ μαθητὴς τοῦ Κυρίου νὰ γίνει καὶ ν' ἀνεβεῖ μαζί Του ἀπὸ τὶς ταπεινὲς καὶ χαμηλὲς σκέψεις στὸ πνευματικὸ ὄρος τῆς ὑψηλῆς θεωρίας; Τὸ ὄρος αὐτὸ εἶναι ἀπαλλαγμένο ἀπὸ κάθε σκιά, ποὺ ρίχνουν οἱ ὑπερυψωμένοι λόφοι τῆς κακίας, καὶ συγχρόνως καταυγάζεται ἀπὸ τὴ λάμψη τοῦ ἀληθινοῦ φωτός. Καὶ μέσα στὴ διαύγεια τῆς καθαρῆς ἀλήθειας κάνει θεατὰ ἀφ' ὑψηλοῦ ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ εἶναι ἀθέατα γιὰ ὅσους βρίσκονται δεμένοι στὰ χαμηλά. Ποιὰ καὶ πόσα εἶναι αὐτά, ποὺ ἀπὸ τὸ ὕψος φαίνονται κάτω, ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Ὅταν, μακαρίζοντας αὐτοὺς ποὺ ἀνέβαιναν μαζί Του στὸ ὄρος, τοὺς ἀναπτύσσει, σὰν νὰ τοὺς δείχνει μὲ κάποιο δάκτυλο, ἀπὸ τὴ μία μεριὰ γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν κι ἀπὸ τὴν ἄλλη γιὰ τὴν κληρονομιὰ τῆς ἄνω πατρίδας. Ἔπειτα τοὺς ἀναπτύσσει γιὰ τὴν εὐσπλαγχνία, τὴ δικαιοσύνη, τὴν παρηγοριὰ καὶ γιὰ τὴ συγγένεια ποὺ ἀναπτύσσεται μὲ τὸν Θεὸ τῶν ὅλων. Ἀκόμη τοὺς μιλάει γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶν διωγμῶν, ποὺ εἶναι τὸ νὰ γίνει σύνοικος τοῦ Θεοῦ. Δείχνει ἀκόμη ὁ Κύριος κι ὅσα ἄλλα κοντὰ σ' αὐτὰ μπορεῖς νὰ βλέπεις ψηλὰ ἀπὸ τὸ ὄρος, ἀντικρίζοντάς τα ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ σκοπιὰ μὲ τὶς ἐλπίδες.

Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ Κύριος ἀνεβαίνει στὸ ὄρος, ἂς ἀκούσουμε τὴν πρόσκληση τοῦ Ἠσαΐα ποὺ φωνάζει «Ἐλᾶτε νὰ ἀνεβοῦμε στὸ ὄρος τοῦ Κυρίου» ( Ἠσ. 2,3). Κι ἂν εἴμαστε ἀδύνατοι ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας, ἂς τονώσουμε τὰ κουρασμένα χέρια καὶ τὰ παραλυμένα γόνατα, καθὼς ὑποδεικνύει ὁ προφήτης ( Ἠσ. 35, 3). Γιατί ἂν φτάσουμε στὴν κορυφή, θὰ συναντήσουμε Ἐκεῖνον ποὺ γιατρεύει κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε ἀδυναμία. Θὰ βροῦμε Ἐκεῖνον ποὺ σηκώνει ἐπάνω Του τὶς ἀσθένειες καὶ φορτώνεται τὶς ἀρρώστιες μας. Λοιπόν, ἂς τρέξουμε κι ἐμεῖς πρὸς τὴν ἄνοδο, γιὰ νὰ φτάσουμε μαζὶ μὲ τὸν Ἠσαΐα στὴν κορυφὴ τῆς ἐλπίδας καὶ νὰ δοῦμε ἀπὸ ψηλὰ τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα ποὺ δείχνει ὁ Κύριος σ' αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι Τὸν ἀκολούθησαν στὴν ἀνάβαση. Ἀλλὰ ἂς ἀνοίξει καὶ σὲ μᾶς τὸ στόμα Του, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἂς μᾶς διδάξει ἐκεῖνα, ποὺ τὸ ἄκουσμά τους εἶναι ἡ μακαριότητα. Ἂς ἀρχίσουμε δὲ τὴν μελέτη μας ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου.



Ἡ μακαριότητα

2. Μακάριοι, λέγει, εἶναι οἱ πτωχοὶ κατὰ τὸ πνεῦμα, γιατί σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι κάποιος ποὺ ἀγαπάει τὸν χρυσό, τυχαίνει νὰ βρεῖ μέσα στὰ βιβλία πληροφορίες γιὰ τὴν ὕπαρξη θησαυροῦ σὲ κάποιο μέρος. Τὸ μέρος ὅμως ἐκεῖνο, ποὺ κρύβει τὸ θησαυρό, ἀπαιτεῖ πολὺ κόπο καὶ ἱδρώτα, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θὰ θελήσουν νὰ ἀποκτήσουν τὸ χωράφι. Ἄραγε θὰ δειλιάσει μπροστὰ στοὺς κόπους καὶ θὰ ἀδιαφορήσει γιὰ τὸ κέρδος καὶ θὰ θεωρήσει πιὸ γλυκὸ ἀπὸ τὸν πλοῦτο τὸ νὰ μὴν κουραστεῖ καθόλου, προσπαθώντας νὰ τὸν ἀποκτήσει; Δὲν γίνονται ὅμως αὐτά, δὲν γίνονται. Ἀντίθετα μάλιστα, θὰ παρακαλέσει γι’ αὐτὸ ὅλους τοὺς φίλους. Κι ἀπ' ὅπου μπορεῖ, θὰ ζητήσει βοήθεια γι’ αὐτό, συγκεντρώνοντας πολλὰ χέρια καὶ θὰ ἰδιοποιηθεῖ τὸν κρυμμένο θησαυρό.

Αὐτὸς εἶναι ἀδελφοί, ἐκεῖνος ὁ θησαυρὸς γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει τὸ γράμμα, ἀλλὰ εἶναι κρυμμένος ὁ πλοῦτος κάτω ἀπὸ τὴν ἀσάφεια. Κι ἐμεῖς ποὺ ἐπιθυμοῦμε (ν' ἀποκτήσουμε) τὸ καθαρὸ χρυσάφι, ἂς χρησιμοποιήσουμε τὴ δύναμη τῶν προσευχῶν, ὥστε νὰ ἔλθει ὁ θησαυρὸς γιὰ χάρη μας στὴν ἐπιφάνεια κι ἂς τὸν μοιραστοῦμε ὅλοι ἐξίσου κι ὁ καθένας μας θὰ τὸν κατέχει ὁλόκληρο. Γιατί ἡ μοιρασιὰ τῆς ἀρετῆς εἶναι τέτοια, ὥστε καὶ νὰ μοιράζεται σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ τὴ διεκδικοῦν, κι ὅλη νὰ ἀνήκει στὸν καθένα, χωρὶς νὰ μειώνεται ἀνάμεσα σὲ ἐκείνους ποὺ παίρνουν μέρος σ' αὐτήν. Ἐνῶ στὴν μοιρασιὰ τοῦ ὑλικοῦ πλούτου ὅποιος ἀποσπάσει τὸ περισσότερο, ἀδικεῖ ἐκείνους ποὺ παίρνουν ἴσο μερίδιο. Γιατί, ὅποιος αὐξήσει τὸ δικό του μερίδιο, μειώνει ὁπωσδήποτε τὸ τοῦ ἄλλου ποὺ μετέχει στὴ μοιρασιά. Ἀλλὰ μὲ τὸ πνευματικὸ πλοῦτο συμβαίνει ὅ,τι καὶ μὲ τὸν ἥλιο, ποὺ καὶ μοιράζεται σ' ὅλους ἐκείνους ποὺ τὸν βλέπουν, κι ὅλος ἀνήκει στὸν καθένα. Ἐπειδή, λοιπόν, καθὼς ἐλπίζουμε, τὸ κέρδος γιὰ τὸν καθένα θὰ εἶναι ἀνάλογο τοῦ κόπου, ἂς βοηθήσουμε ἐξίσου ὅλοι μὲ τὶς προσευχές, γιὰ νὰ πετύχουμε αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε.

Καὶ πρῶτα, λοιπόν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κατανοήσουμε τί ἀκριβῶς σημαίνει ἡ λέξη μακαρισμός. Μακαριότητα, κατὰ τὴν γνώμη μου βέβαια, εἶναι μία περίληψη ὅλων ἐκείνων ποὺ ἐννοοῦμε σχετικὰ μὲ τὸ ἀγαθό. Ἀπ' αὐτὴ δὲν λείπει τίποτε ἀπ' ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἀγαθὴ ἐπιθυμία. Μποροῦμε ὅμως νὰ κάνουμε ἀκόμη σαφέστερη τὴν ἔννοια τοῦ μακαρισμοῦ, συγκρίνοντάς την μὲ τὸ ἀντίθετο. Καὶ ἀντίθετο πρὸς τὸ μακάριο εἶναι τὸ ἄθλιο. Ἀθλιότητα, λοιπόν, εἶναι ἡ ταλαιπωρία μέσα στὰ ἀξιοθρήνητα καὶ ἀθέλητα πάθη. Διακρίνονται δὲ μεταξύ τους, ἡ μακαριότητα κι ἡ ἀθλιότητα, ἀπὸ τὴν ἀντίθετη διάθεση ἐκείνων ποὺ θὰ βρεθοῦν σ' αὐτές. Δηλ. ὁ μὲν μακάριος εὐφραίνεται κι ἀγάλλεται, μὲ ὅσα ἔχει μπροστά του κι ἀπολαμβάνει, ἐνῶ ὁ ἄθλιος πονεῖ κι ὑποφέρει, μὲ ὅσα τὸν ἔχουν βρεῖ. Ἀληθινὰ δὲ μακαριστὴ ὕπαρξη εἶναι τὸ Θεῖο. Γιατί ὅ,τι καὶ νὰ ὑποθέσουμε πὼς εἶναι τὸ Θεῖο, μακαριότητα εἶναι ἐκείνη ἡ καθαρὴ ζωή, τὸ ἀνεκδιήγητο καὶ ἀκατάληπτο ἀγαθό, τὸ ἀνέκφραστο κάλλος, αὐτὸ ποὺ εἶναι ὅλο χάρη καὶ σοφία καὶ δύναμη, τὸ ἀληθινὸ φῶς, ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθότητας, ἡ ἀνώτερη ἐξουσία ὅλων, τὸ μόνο ποθητό, αὐτὸ ποὺ πάντα εἶναι τὸ ἴδιο, ἡ παντοτινὴ ἀγαλλίαση, ἡ αἰώνια εὐφροσύνη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ πολλά, κι ὅμως νὰ μὴν ἔχει πεῖ τίποτε τὸ ἰσάξιο. Γιατί οὔτε ὁ νοῦς πλησιάζει τὸν Θεό, μά, κι ἂν ἀκόμη μπορέσουμε νὰ κατανοήσουμε κάτι ἀπὸ τὰ ὑψηλότερα γι' Αὐτόν, μὲ κανέναν λόγο δὲν ἐκφράζεται αὐτὸ ποὺ θὰ γίνει κατανοητό.

Ἀφοῦ ὅμως ὁ δημιουργός τοῦ ἀνθρώπου τὸν ἔπλασε κατ' εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ κατὰ δεύτερο λόγο νὰ εἶναι μακάριο αὐτό, ποὺ ἔχει δημιουργηθεῖ ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ μετέχει στὴν πραγματικὴ μακαριότητα. Γιατί μὲ τὴν σωματικὴ ὀμορφιὰ π.χ. τὸ πρωτότυπο κάλλος ὑπάρχει στὸ ζωντανὸ καὶ ὑπαρκτὸ πρόσωπο, ἐνῶ ἐκεῖνο, ποὺ ἀποτυπώνεται στὸν πίνακα μὲ τὴν ἀπομίμηση, ἔρχεται σὲ δεύτερη μοίρα. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ὑπερέχουσας μακαριότητας, ποὺ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση. Κι αὐτὴ στολίζεται μὲ τὸ ἀγαθὸ κάλλος, ὅταν φέρει πάνω της τὰ σημάδια τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ μακαρίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ βρωμιὰ τῆς ἁμαρτίας μουτζούρωσε τὸ κάλλος τῆς εἰκόνας, ἦλθε ὁ Χριστός, ποὺ μᾶς καθαρίζει μὲ τὸ δικό Του νερό, τὸ ὁποῖο εἶναι ζωογόνο καὶ ἀναβλύζει τὴν αἰώνια ζωή. Κι ἔτσι μποροῦμε ἐμεῖς ν' ἀποβάλουμε τὴν ἀσχημοσύνη τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ἀνακαινισθοῦμε καὶ πάλι σύμφωνα μὲ τὴ μακάρια θεϊκὴ μορφή. Κι ὅπως στὴ ζωγραφικὴ τέχνη θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ὁ εἰδικὸς στοὺς ἀρχάριους, πὼς καλὴ εἶναι ἐκείνη ἡ προσωπογραφία ποὺ ἔχει τὰ ἐπὶ μέρους συστατικά τοῦ σώματος τέτοια: ἔτσι νὰ εἶναι ἡ κόμη, οἱ κύκλοι τῶν ματιῶν, οἱ γραμμὲς τῶν φρυδιῶν, ἡ θέση τῶν παρειῶν καὶ ξεχωριστὰ ὅλα τὰ ἄλλα, μὲ τὰ ὁποῖα ὁλοκληρώνεται ἡ ὀμορφιά, ἔτσι καὶ ὁ Κύριος ποὺ ξαναζωγραφίζει τὴν ψυχή μας κατὰ τὴν ἀπομίμηση τοῦ μόνου μακαρίου, τοῦ Θεοῦ, περιγράφει μὲ τὸ λόγο τὰ ἰδιαίτερα στοιχεῖα ποὺ συμβάλλουν στὴν μακαριότητα. Καὶ πρῶτα λέγει: «Μακάριοι εἶναι οἱ πτωχοὶ κατὰ τὸ πνεῦμα, γιατί σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».



Ἡ μακαριζόμενη πτωχεία

3. Ἀλλὰ ποιὸ κέρδος θὰ προκύψει ἀπὸ τὴν μεγάλη αὐτὴ δωρεὰ τοῦ Κυρίου, ἂν δὲν ἀνακαλύψουμε τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ κρύβεται στὸ βάθος τοῦ λόγου; Γιατί καὶ στὴν ἰατρικὴ πολλὰ φάρμακα ἀπὸ τὰ ἀκριβὰ καὶ δυσεύρετα παραμένουν ἀχρησιμοποίητα καὶ ἀνώφελα γιὰ ὅσους ἀγνοοῦν τὴν ἀξία τους, μέχρι ποὺ νὰ μάθουμε ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς σὲ τί εἶναι χρήσιμο τὸ καθένα ἀπὸ αὐτά. Τί σημαίνει, λοιπόν, ἡ πτωχεία τοῦ πνεύματος, μὲ τὴν ὁποία ἐξασφαλίζεται ἡ κατάκτηση τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν; Ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφὴ ἔχουμε μάθει δύο εἴδη πλούτου. Ὁ ἕνας εἶναι ἀξιοθαύμαστος καὶ ὁ ἄλλος ἀξιοκατάκριτος. Καὶ ὁ πλοῦτος τῶν ἀρετῶν εἶναι θαυμαστός, ἐνῶ ὁ ὑλικὸς καὶ γήινος κατακρίνεται. Γιατί ὁ μὲν ἕνας γίνεται κτῆμα τῆς ψυχῆς, ὁ δὲ ἄλλος εἶναι ἐπιτήδειος γιὰ νὰ ἐξαπατᾶ τὶς αἰσθήσεις. Γὶ αὐτὸ ὁ Κύριος ἀπαγορεύει νὰ θησαυρίζουμε αὐτόν, ἐπειδὴ βρίσκεται ἐκτεθειμένος στὰ σκουλήκια γιὰ τροφὴ καὶ τὸν ἐπιβουλεύονται οἱ κλέφτες ( Ματθ. 6,19). Ἐπιβάλλει δὲ νὰ δείχνουμε προθυμία γιὰ τὸν πλοῦτο τῶν ἀνωτέρων ἀγαθῶν, ποὺ ἡ δύναμη τῆς φθορᾶς δὲν τὸν ἀγγίζει. Κι ὅταν λέγει σκουλήκια καὶ κλέφτες, ὑπονοεῖ ἐκεῖνον ποὺ καταστρέφει τοὺς θησαυροὺς τῆς ψυχῆς. Συνεπῶς ἂν ἡ φτώχεια ξεχωρίζεται ἀπὸ τὸν πλοῦτο, ἀσφαλῶς μποροῦμε κατ' ἀναλογία νὰ μάθουμε πὼς ὑπάρχει καὶ δύο εἰδῶν φτώχεια. Ἡ μία ἀπορρίπτεται, ἡ ἄλλη μακαρίζεται. Ἐκεῖνος π.χ. ποὺ εἶναι φτωχὸς ὡς πρὸς τὴν σωφροσύνη, ἢ στερεῖται τὸ πολύτιμο ἀπόκτημα τῆς δικαιοσύνης, ἢ τῆς σοφίας, ἢ τῆς σύνεσης, ἢ κάποιον ἄλλον ἀπὸ τοὺς πολύτιμους θησαυρούς, αὐτὸς ἀποδεικνύεται πεινασμένος, χωρὶς κτήματα καὶ φτωχός, ἄθλιος γιὰ τὴ φτώχεια καὶ ἀξιολύπητος γιὰ τὴν ἔλλειψη πολύτιμων κτημάτων. Ἐνῶ ὁ ἄλλος ποὺ θεληματικὰ στερεῖται ὅλα, ὅσα ὑπονοοῦνται γύρω ἀπὸ τὴν κακία, καὶ δὲν ἔχει ἀποθηκεύσει στὶς ἀποθῆκες του κανέναν ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἔχει ζῆλο πνευματικὸ καὶ μ' αὐτὸν θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτὸ του τὴν φτώχεια ἀπὸ τὰ κακά, αὐτὸς μπορεῖ νὰ παρουσιασθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο ὅτι βρίσκεται μέσα στὴ μακάρια φτώχεια, τῆς ὁποίας καρπὸς εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.



Ὁρᾶτε τὸ μέτρον τῆς ἑκουσίας πτωχείας

4. Ἀλλὰ ἂς ξαναγυρίσουμε στὴν ἐπεξεργασία τοῦ θησαυροῦ κι ἂς μὴν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀνακάλυψη τοῦ κρυμμένου μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ μεταλλείου. Μακάριοι εἶναι, λέγει, οἱ πτωχοὶ κατὰ τὸ πνεῦμα. Τὸ ἔχουμε πεῖ αὐτὸ κατὰ κάποιο τρόπο καὶ πιὸ μπροστά, θὰ τὸ ποῦμε ὅμως καὶ τώρα, ὅτι σκοπὸς τοῦ ἐνάρετου βίου εἶναι ἡ ἐξομοίωση πρὸς τὸ Θεό. Ὅμως αὐτὸ ποὺ εἶναι χωρὶς πάθη καὶ καθαρό, ξεφεύγει ἐξολοκλήρου τὴν ἀπομίμηση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νὰ ἐξομοιωθεῖ ἡ ἐμπαθὴς ζωὴ πρὸς τὴ φύση ποὺ δὲν ἐπιδέχεται πάθη. Ἂν ὅμως μόνο ὁ Θεὸς εἶναι μακάριος, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος (Α΄ Τιμ. 6,15), κι ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ μακαριότητα γίνεται μὲ τὴν ἐξομοίωση πρὸς τὸν Θεό, τότε ἡ μίμηση εἶναι ἀδύνατη. Συνεπῶς ἡ μακαριότητα εἶναι κάτι τὸ ἄφθαστο γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Κι ὅμως, ὑπάρχουν ὁρισμένες ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ ποὺ μποροῦν, ὅσοι θέλουν, νὰ τὶς μιμηθοῦν. Ποιὲς εἶναι αὐτές; Νομίζω ὅτι ὁ Κύριος ὀνομάζει πτωχεία τοῦ πνεύματος τὴ θεληματικὴ ταπεινοφροσύνη. Πρότυπο αὐτῆς μᾶς προβάλλει ὁ Ἀπόστολος τὴν πτωχεία τοῦ Κυρίου, «ὁ Ὁποῖος γιὰ μᾶς ἐπτώχευσε, μολονότι εἶναι πλούσιος, προκειμένου νὰ γίνουμε ἐμεῖς πλούσιοι χάρη στὴ δική του πτωχεία» (Β΄ Κορ. 8, 9). Ὅλες οἱ ἄλλες ἰδιότητες, ὅσες ἀναφαίνονται γύρω ἀπὸ τὴ θεία φύση, ξεπερνοῦν τὰ μέτρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἐνῶ ἡ ταπεινότητα εἶναι γιὰ μᾶς ἔμφυτη καὶ συνυπάρχει μὲ ὅσους προέρχονται ἐκ τῶν κάτω κι ἔχουν τὰ συστατικά τους γήινα καὶ στὴ γῆ ξαναπέφτουν. Σὺ ὁ ἴδιος ἀποκτᾶς τὰ χαρακτηριστικά τῆς μακαριότητας ὅταν μιμεῖσαι τὸν Θεὸ στὸ μέτρο τοῦ φυσικὰ δυνατοῦ. Κι ἂς μὴ νομίσει κανεὶς πὼς ἡ ταπεινοφροσύνη πετυχαίνεται μὲ εὐκολία καὶ χωρὶς κόπο. Τὸ ἀντίθετο συμβαίνει. Εἶναι ἡ πιὸ κουραστικὴ ἀρετὴ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη ποὺ ἐπιδιώκουμε. Κι αὐτὸ γιατί; Διότι ἐνῶ κοιμᾶται ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει δεχθεῖ τὰ σπέρματα τοῦ καλοῦ, δέχεται τὸ σπόρο τῆς ἀντίθετης σπορᾶς ἀπὸ τὸν ἐχθρό τῆς ζωῆς μας καὶ ριζώνει τὸ ζιζάνιο τῆς ὑπερηφάνειας. Γιατί μ' ὅποιο τρόπο ἔριξε τὸν ἑαυτό του στὴ γῆ, ἐκεῖνος, δηλ. ὁ διάβολος, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο συμπαρέσυρε μαζί του στὴν κοινὴ πτώση καὶ τὸ ταλαίπωρο γένος τῶν ἀνθρώπων. Καὶ δὲν ὑπάρχει κανένα ἄλλο παρόμοιο κακὸ γιὰ τὴ φύση μας, ὅπως τὸ κακὸ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Τὸ πάθος, λοιπόν, τῆς ἔπαρσης φυτρώνει κατὰ κάποιο τρόπο μέσα σχεδὸν σὲ κάθε ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ ἀρχίζει τοὺς μακαρισμοὺς ξεριζώνει ἀπὸ τὸ χαρακτήρα μας τὴν ὑπερηφάνεια ὡς ἄλλο πρωταρχικὸ κακό, μὲ τὸ νὰ μᾶς συμβουλεύει νὰ μιμούμαστε Ἐκεῖνον, ποὺ θεληματικὰ ἐπτώχευσε καὶ ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ ἀληθινὰ μακάριος. Ἔτσι θὰ τραβήξουμε πάνω μας τὴν κοινωνία τῆς μακαριότητας, ἀφοῦ θὰ ἔχουμε ἐξομοιωθεῖ μὲ τὸ νὰ πτωχεύσουμε θεληματικά, ὅσο μποροῦμε κι ὅποιοι κι ἂν εἴμαστε. Νὰ ἔχετε μέσα σας τὸ φρόνημα ἐκεῖνο, γράφει ὁ Ἀπόστολος ( Φιλιπ. 2, 5 κ.ἑ. ) ποὺ εἶχε κι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος μολονότι ἦταν Θεός, δὲν θεώρησε κλεμμένο ἀγαθὸ τὸ νὰ εἶναι ἴσος μὲ τὸ Θεό, ἀλλὰ ἄδειασε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴ θεότητα καὶ πῆρε τὴ μορφὴ τοῦ δούλου. Τί ἄλλο πτωχότερο ὑπάρχει ἀπὸ τὸ νὰ ἔλθει σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὴ φτωχή μας φύση; Ὁ Βασιλιὰς ἐκείνων ποὺ βασιλεύουν κι ὁ Κύριος ἐκείνων ποὺ ἐξουσιάζουν, θεληματικὰ φοράει τὸ δουλικὸ σχῆμα. Ὁ Κριτὴς τῶν πάντων γίνεται ὑποτελὴς καὶ πληρώνει φόρο στοὺς δυνάστες. Ὁ Κύριος τῆς δημιουργίας κατεβαίνει στὸ σπήλαιο. Δὲ βρίσκει θέση στὸ χάνι Ἐκεῖνος ποὺ περικρατεῖ τὰ πάντα, ἀλλὰ πετιέται σὲ μία ἄκρη μέσα στὴ φάτνη τῶν ἀλόγων ζώων. Ὁ καθαρὸς καὶ ἀκηλίδωτος παίρνει πάνω του τὸ μολυσμὸ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Καὶ ἀφοῦ περάσει ἀπὸ ὅλες τὶς φάσεις τῆς πτωχείας μας, φθάνει καὶ σ' αὐτὴ τὴ δοκιμὴ τοῦ θανάτου. Βλέπετε τὸ μέγεθος τῆς θεληματικῆς συγκατάβασης; Καὶ γεύεται ἡ ζωὴ τὸ θάνατο. Ὁ Κριτὴς ὁδηγεῖται στὸ δικαστήριο. Ὁ Κύριος τῆς ζωῆς τῶν ὄντων φθάνει, γιὰ νὰ ἀκούσει τὴν ἀπόφαση τοῦ δικαστῆ. Ὁ Βασιλιὰς κάθε ὑπερκόσμιας δύναμης δὲν ἀποφεύγει τὰ χέρια τῶν δημίων. Πρὸς αὐτὸ τὸ πρότυπό σου, λέγει ὁ Ἀπόστολος, νὰ ἀποβλέπει τὸ μέτρο τῆς ταπεινοφροσύνης σου.



Ἡ ματαιότητα τῆς ἀλαζονείας

5. Μοῦ φαίνεται ὅμως πὼς ἴσως εἶναι καλὸ νὰ ἐξετάσουμε καὶ τὸν παραλογισμὸ τοῦ πάθους αὐτοῦ, ὥστε νὰ γίνει εὔκολα κατορθωτὴ γιὰ μᾶς ἡ μακαριότητα, ἀφοῦ μὲ μεγάλη ἐπιδεξιότητα κι εὐκολία θὰ πετυχαίνουμε τὴν ταπεινοφροσύνη. Γιατί ὅπως οἱ καλοὶ γιατροί, ἐξουδετερώνοντας τὸ αἴτιο ποὺ γεννάει τὴ νόσο, ἐλέγχουν εὔκολα τὴν ἀρρώστια, ἔτσι κι ἐμεῖς θὰ κάνουμε εὐκολοπερπάτητο γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας τὸ δρόμο τῆς ταπεινοφροσύνης, ὅταν ὑποτάξουμε μὲ τὴ σκέψη τὴν ἀλαζονεία τῶν ὑπερηφάνων.

Ἀπὸ ποιὸ σημεῖο θὰ ἀποδείκνυε κανεὶς καλύτερα τὴ ματαιότητα τῆς περηφάνιας; Ἀπὸ ποιὸ ἄλλο παρὰ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποδείξει ποιὰ ἀκριβῶς εἶναι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου; Γιατί ὅποιος ἐξετάζει τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι τὰ γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, δικαιολογημένα δὲν θὰ καταντήσει σὲ αὐτὸ τὸ πάθος. Τί εἶναι, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος; Θέλεις νὰ σοῦ πῶ τὸν πιὸ σεβαστὸ καὶ τὸν πιὸ ὑπολογίσιμο ἀπὸ ὅλους τους λόγους; Ἄκουσε λοιπόν. Ἐκεῖνος ποὺ στολίζει τὰ ἀνθρώπινα καὶ διαμορφώνει τὴν ἀνθρώπινη εὐγένεια κατὰ τρόπο ὑπερβολικὰ ἐντυπωσιακό, καταρτίζει τὴν γενεαλογία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τὴν λάσπη. Κι ἂν θελήσεις νὰ μάθεις τὸν συνηθισμένο κι ἀκριβῆ τρόπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ἄφησε, καλύτερα νὰ μὴν πεῖς τίποτε γι’ αὐτόν. Νὰ μὴν πεῖς λέξη. Νὰ μὴν ξεσκεπάσεις, ὅπως ὁρίζει ὁ Νόμος ( Λευτ. 18,6 κ.ἑ ) τὴν ἀσχημοσύνη τοῦ πατέρα σου καὶ τῆς μητέρας σου. Νὰ μὴν κοινολογήσεις, ὅσα ἀξίζουν νὰ ξεχαστοῦν καὶ νὰ ἀποσιωπηθοῦν ἐντελῶς. Καὶ ἔπειτα δὲν ντρέπεσαι, ἐσὺ ποὺ εἶσαι χωματένιο ὁμοίωμα καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο γίνεσαι σκόνη, σύ, ποὺ σὰν τὴν φούσκα ἔχεις μέσα σου τὸ φούσκωμα, τὸ ὁποῖο γρήγορα χάνεται, ὅταν γεμίζεις ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ καίγεσαι ἀπὸ παντοῦ ἐξαιτίας τῆς ἀλαζονείας καὶ μὲ τὶς ἀνόητες ἰδέες παίρνουν τὰ μυαλά σου ἀέρα; Δὲν προσέχεις καὶ στὰ δύο ἄκρα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, δηλαδὴ καὶ πῶς ἀρχίζει καὶ σὲ τί καταλήγει;

Ἀλλὰ περηφανεύεσαι γιὰ τὴ νεότητά σου καὶ κοιτάζεις τὴν ἡλικία στὸ ἄνθος της καὶ καυχιέσαι γιὰ λίγο, γιατί τὰ χέρια σου εἶναι ἀκμαιότατα γιὰ νὰ κινοῦνται καὶ τὰ πόδια ἐλαφρὰ γιὰ τὸ πήδημα κι ἀνεμίζουν στὸ ἐλαφρὸ ἀεράκι τὰ μαλλιὰ καὶ στὰ μάγουλα ξεφυτρώνει τὸ πρῶτο ἀνδρικὸ τρίχωμα καὶ γιατί τὸ φόρεμά σου καταστολίζεται μὲ τὸ πορφυρὸ βάψιμο καὶ τὰ μεταξωτὰ φορέματά σου τὰ ἔχεις κεντήσει μὲ παραστάσεις πολεμικὲς ἢ κυνηγετικὲς ἢ μὲ ἄλλες ἱστορίες; Ἢ μήπως (περηφανεύεσαι) νὰ προσέχεις μὲ σχολαστικότητα τὰ πέδιλα ποὺ γυαλίζουν στὸ μαῦρο χρῶμα καὶ σ' εὐχαριστοῦν ἰδιαίτερα κατὰ τρόπο περίεργο μὲ τὶς γραμμὲς τῆς ραφῆς τους; Σ' αὐτὰ προσέχεις καὶ δὲν βλέπεις τὸν ἑαυτό σου; Νὰ σοῦ δείξω, σὰν σὲ καθρέφτη, ποιὸς εἶσαι καὶ τί ἀκριβῶς εἶσαι.



Ὄνειρο ποὺ φαίνεται καὶ χάνεται κάθε στιγμὴ

6. Δὲν εἶδες σὲ νεκροταφεῖα τὰ μυστήρια τῆς ἀνθρώπινης φύσης μας; Δὲν εἶδες τὸν στοιβαγμένο σωρὸ τῶν ὀστῶν; Κρανία ἀπογυμνωμένα ἀπὸ σάρκες, θέαμα φοβερὸ κι ἀπαίσιο, νὰ φαίνονται μὲ ἀδειανὲς τὶς κόγχες τῶν ματιῶν. Εἶδες στόματα ἀνοικτὰ ( χάσκοντα ) καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τοῦ σώματος νὰ ἔχουν διασκορπιστεῖ ἀπὸ τὸ συναρμολογημένο σῶμα; Ἂν εἶδες ἐκεῖνα, μέσα σ' ἐκεῖνα ἔχεις δεῖ τὸν ἑαυτό σου. Ποῦ εἶναι τὰ σημάδια τοῦ σημερινοῦ ἄνθους; Ποῦ εἶναι τὸ ὡραῖο χρῶμα τοῦ μάγουλου; Ποῦ εἶναι τὸ χαμόγελο ποὺ ἄνθιζε στὰ χείλη; Ποῦ εἶναι μέσα στὰ μάτια ἡ αὐστηρὴ ὀμορφιά, ἡ ὁποία φωτιζόταν ἐλαφρὰ κάτω ἀπὸ τὸ περίβλημα τῶν φρυδιῶν; Ποῦ εἶναι ἡ ἴσια μύτη στὴ μέση τῆς ὀμορφιᾶς τῶν παρειῶν. Ποῦ εἶναι τὰ ριγμένα πάνω στὸν αὐχένα μαλλιά; Ποῦ εἶναι οἱ γύρω ἀπὸ τοὺς κροτάφους πλεξίδες; Ποῦ εἶναι τὰ χέρια ποὺ ἐξαπολύουν βέλη; Ποῦ εἶναι τὰ πόδια ποὺ καβαλλικεύουν ἄλογα; Ἡ πορφύρα, ἡ βύσσος, ὁ ἐλαφρὸς ἐπενδύτης, ἡ ζώνη, τὰ πέδιλα, τὸ ἄλογο, τὸ τρέξιμο, ἡ αὐθάδης ἔπαρση, ὅλα ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα αὐξάνει τώρα ἡ ἀλαζονεία σου; Πές μου ποῦ διακρίνεις σ' ἐκείνους αὐτά, γιὰ τὰ ὁποῖα τώρα περηφανεύεσαι καὶ ὑψηλοφρονεῖς; Ποιὸ ὄνειρο εἶναι τόσο ἀνύπαρκτο; Ποιὰ φαντασιοκοπήματα ποὺ γεννιῶνται στὸν ὕπνο εἶναι τέτοια; Ποιὰ σκιὰ εἶναι τόσο ἀδύνατη καὶ ἄπιαστη, ὅπως εἶναι τὸ νεανικό σου ὄνειρο, ποὺ ἅμα φανεῖ, ἀμέσως χάνεται; Κι αὐτὰ μὲν εἶχα νὰ ὑπενθυμίσω στοὺς νέους, ποὺ ἀνοηταίνουν ἐξαιτίας τῆς ἀσυμπλήρωτης ἡλικίας τους.

Τί νὰ πεῖ κανεὶς ὅμως γιὰ τοὺς ἤδη ὥριμους; Γι’ αὐτοὺς ἡ μὲν ἡλικία πέρασε, ὁ χαρακτήρας εἶναι ὅμως ἀσταθὴς κι ἡ ἀσθένεια τῆς περηφάνειας ἐπιδεινώνεται. Ὑψηλοφροσύνη ὀνομάζουν αὐτὴ τὴν ἀρρώστια τοῦ χαρακτήρα. Αἰτία δὲ τῆς περηφάνειας, ὥς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι ἡ ἀρχομανία καὶ ἡ σχετικὴ μ' αὐτὴν ἐξουσία. Καὶ τὸ παθαίνουν αὐτὸ εἴτε ὅταν πάρουν στὰ χέρια τους τὴν ἐξουσία, εἴτε ὅταν προετοιμάζονται γι’ αὐτήν, ἢ ἀκόμη ἀπὸ σχετικὲς μὲ αὐτὲς διηγήσεις, ποὺ ἀνανεώνουν πολλὲς φορὲς τὴν ἀσθένεια. Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ θὰ μπορέσουν νὰ τὸν ἀκούσουν, ἀφοῦ τὰ αὐτιὰ τους ἔχουν βουλώσει ἀπὸ τὶς φωνὲς τῶν κηρύκων; Ποιὸς μπορεῖ νὰ τοὺς πείσει, ὅτι δὲν διαφέρουν καθόλου ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ κινοῦνται ἐπιδεικτικὰ πάνω στὴν θεατρικὴ σκηνή; Ἀλλὰ ἐκεῖνοι τουλάχιστον φοροῦν κι ἕνα προσωπεῖο ἀπὸ τὰ λεπτοκαμωμένα, καὶ πορφύρα χρυσοκέντητη, κι ἡ πομπὴ της γίνεται πάνω σὲ ἅρμα καὶ παρόλα αὐτὰ σ' αὐτοὺς δὲν εἰσχωρεῖ τὸ μικρόβιο τῆς περηφάνιας ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν. Ἀλλὰ ὅποια ἰδέα ἔχουν γιὰ τὸν ἑαυτὸ τους πρὶν ἀνεβοῦν στὴ σκηνή, τὴν ἴδια διατηροῦν μέσα τους καὶ ὅταν βρίσκονται πάνω στὴ σκηνή. Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ δὲν στεναχωροῦνται ὅταν κατέβουν ἀπὸ τὸ ἅρμα καὶ ὅταν ἀφαιρέσουν τὸ προσωπεῖο. Ὅσοι ὅμως κινοῦνται ἐπιδεικτικὰ πάνω στὴ σκηνὴ τῆς ζωῆς, κατέχοντας κάποιο ἀξίωμα, δὲν σκέπτονται οὔτε τὸ πρὶν ἀπὸ λίγο, δηλ. τὸ αὔριο, καὶ φουσκώνουν ὅπως οἱ φοῦσκες μὲ τὸ φούσκωμα. Ἔτσι κι αὐτοὶ φουσκώνουν ἀπὸ τὴ μεγάλη φωνὴ τοῦ κήρυκα καὶ φοροῦν πάνω στὸν ἑαυτὸ τους τὰ χαρακτηριστικὰ κάποιου ξένου προσωπείου καὶ μεταβάλλουν τὴ φυσικὴ διάθεση τοῦ προσώπου τους καὶ δὲν γελοῦν ἢ παριστάνουν τὸν φοβισμένο. Ἐφευρίσκουν κι ἕνα τρόπο ὁμιλίας πιὸ σκληρό, κάνοντάς την νὰ μοιάζει μὲ φωνὴ θηρίου, γιὰ νὰ προκαλέσει κατάπληξη σὲ ὅσους τὴν ἀκούουν. Δὲν παραμένουν μέσα στὰ ἀνθρώπινα ὅρια, ἀλλὰ διαφημίζουν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς ἀπιδιὰ τῆς θεϊκῆς δύναμης καὶ ἐξουσίας. Πιστεύουν πὼς εἶναι κύριοι τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ὅτι στὸν ἕνα ἀπ' αὐτοὺς ποὺ δικάζουν δίνουν ἀθωωτικὴ ψῆφο, ἐνῶ τὸν ἄλλο τὸν καταδικάζουν μὲ θάνατο. Καὶ δὲν προσέχουν οὔτε καὶ τοῦτο, ποιὸς δηλ. εἶναι ὁ ἀληθινὰ κύριος τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ὁ ὁποῖος καθορίζει καὶ τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος της. Καὶ ὅμως αὐτὸ καὶ μόνο εἶναι ἀρκετὸ γιὰ τὸ χτύπημα τῆς ἀλαζονείας, τὸ ὅτι δηλ. βλέπουμε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες νὰ ἁρπάζονται ἀπὸ τοὺς θρόνους τους καὶ ἀπὸ τὸ προσκήνιο τῆς ἐξουσίας καὶ νὰ μεταφέρονται ἔξω στοὺς τάφους κι ὁ θρῆνος γιὰ τὸ θάνατό τους νὰ διαδέχεται τὶς φωνὲς τῶν κηρύκων.



«... τῶν καθελκόντων πτωχεύσωμεν »

7. Πῶς εἶναι λοιπόν, κανεὶς κύριος τῆς ξένης ζωῆς, ὅταν εἶναι ξένος τῆς δικῆς του; Κι αὐτὸς ἂν μὲν εἶναι πτωχὸς στὸ πνεῦμα, δηλ. ταπεινός, καὶ προσβλέπει στὸ Χριστό, ποὺ γιὰ μᾶς θεληματικὰ πτώχευσε, κι ἀκόμη προσέχει στὴν ὁμοτιμία τῆς φύσης, δὲ θὰ βρίσκει καθόλου τὴν τιμὴ τοῦ ὁμοίου, ἐξαιτίας τῆς ψεύτικης ἐκείνης ἐπίδειξης γύρω ἀπὸ τὴν ἐξουσία. Αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ μακάριος, ἐπειδὴ μὲ τὴν ἐφήμερη ταπεινοφροσύνη πῆρε ὡς ἀντάλλαγμα τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μὴν ἀπορρίψεις, ἀδελφέ, καὶ τὸν ἄλλο λόγο τῆς πτωχείας ποὺ ἀποφέρει ὡς κέρδος τὸν οὐράνιο πλοῦτο, καὶ λέγει «Πώλησε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ μοίρασέ τα στοὺς πτωχοὺς καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις καὶ θὰ ἀποκτήσεις θησαυρὸ στοὺς οὐρανοὺς» ( Ματθ. 19, 21). Γιατί νομίζω πὼς κι αὐτὴ ἡ πτωχεία δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστη μ' ἐκείνη ποὺ μακαρίζει ὁ Κύριος. Γιατί λέγει πρὸς τὸ διδάσκαλο ὁ μαθητής: «Μακάριοι ὅσοι εἶναι πτωχοὶ στὸ πνεῦμα, γιατί σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Θέλεις νὰ κατανοήσεις ποιὸς εἶναι ὁ πτωχὸς στὸ πνεῦμα; Ἐκεῖνος ποὺ ἀνταλάσσει τὸ πλοῦτο τῆς ψυχῆς μὲ τὴν ὑλικὴ εὐμάρεια. Πτωχεύει στὸ πνεῦμα ὅποιος πετάει ἀπὸ πάνω του, σὰν ἄλλο βάρος, τὸν ὑλικὸ πλοῦτο γιὰ νὰ ἀνέβει πρὸς τὰ ἄνω μετέωρος καὶ μέσα ἀπὸ τὸν ἀέρα, καθὼς λέγει ὁ Ἀπόστολος (Α΄ Θεσ. 4,16) «πορεύεται μαζὶ μὲ τὸ Θεὸ πάνω στὶς νεφέλες».

Τὸ χρυσάφι εἶναι πράγμα βαρύ. Βαριὰ εἶναι κι ὅλα τὰ ἐπιδιωκόμενα ὑλικὰ πλούτη. Ἀνάλαφρο καὶ πρὸς τὰ ἄνω φερόμενο πράγμα εἶναι ἡ ἀρετή. Μεταξύ τους, ὅμως, αὐτά, τὸ βαρὺ καὶ τὸ ἐλαφρό, εἶναι ἀντίθετα. Συνεπῶς εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει κανεὶς ἀνάλαφρος, ὅταν ἔχει καρφώσει τὸν ἑαυτὸ του πάνω στὸ βάρος τῆς ὕλης. Ἐὰν πρέπει, λοιπόν, νὰ ἀνεβοῦμε στὰ ψηλά, θὰ πτωχεύσουμε ὡς πρὸς ἐκεῖνα ποὺ μᾶς τραβοῦν πρὸς τὰ κάτω, γιὰ νὰ φθάσουμε στὰ ψηλά. Ποιὸς εἶναι ὁ τρόπος, μᾶς τὸ λέγει ὁ ψαλμωδός: «Σκορπίζει, δίνει στοὺς πεινασμένους, ἡ ἀρετὴ του μένει αἰώνια» ( Ψαλμ. 101, 9). Ὅποιος κοινωνεῖ στὴν πτωχεία τοῦ πτωχοῦ, κατατάσσει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Χριστὸ ποὺ ἐπτώχευσε γιά μᾶς. Ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐπτώχευσε, οὔτε κι ἐσὺ νὰ φοβηθεῖς στὴν πτωχεία. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ γιὰ μᾶς ἐπτώχευσε, βασιλεύει σ' ὅλη τὴ δημιουργία. Ἄν, λοιπόν, πτωχεύσεις μαζὶ μὲ τὸν πτωχεύσαντα Κύριο καὶ θὰ βασιλεύσεις μαζὶ μὲ τὸν Βασιλεύοντα. Ἀλήθεια, εἶναι μακάριοι οἱ πτωχοὶ στὸ πνεῦμα, ἐπειδὴ σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Εἴθε κι ἐμεῖς νὰ βρεθοῦμε ἄξιοι αὐτῆς τῆς βασιλείας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα κι ἡ ἐξουσία στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Περὶ τῶν 8 λογισμῶν, Ἡ ἐγκράτεια τῆς κοιλιᾶς
 
Ἅγιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος
 
ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ὁ ὅσιος πατέρας μας Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος ζοῦσε ὅταν βασίλευε ὁ Θεοδόσιος ὁ Μικρός, γύρω στὸ ἔτος 451 μ.Χ. Ἀπὸ τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἔγραψε, συμπεριλήφθηκαν ἐδῶ ὁ λόγος «Περὶ τῶν ὀχτὼ λογισμῶν» καὶ ὁ λόγος «Περὶ διακρίσεως», γιατί σταλάζουν κάθε λογῆς ὠφέλεια καὶ χάρη. Αὐτοὺς τοὺς λόγους τοὺς ἀναφέρει καὶ ὁ σοφότατος Φώτιος, λέγοντας στὴν 157η ἀνάγνωσή του τὰ ἑξῆς: «Καὶ ὁ δεύτερος λόγος πρὸς τὸν ἴδιο (τὸν Κάστορα δηλαδὴ) ἀπευθύνεται καὶ ἐπιγράφεται «περὶ τῶν ὀχτὼ λογισμῶν», περὶ γαστριμαργίας, πορνείας, φιλαργυρίας, ὀργῆς, λύπης, ἀκηδίας, κενοδοξίας καὶ ὑπερηφανείας. Οἱ λογισμοὶ αὐτοὶ εἶναι χρήσιμοι καὶ ὠφέλιμοι ὅσο κανένας ἄλλος γιὰ κείνους ποὺ ἔχουν ἀναλάβει τὸν ἀσκητικὸ ἀγώνα.. Καὶ τρίτος μικρὸς λόγος διαβάστηκε... ποῦ διδάσκει τί εἶναι διάκριση καὶ ὅτι ἡ διάκριση εἶναι μεγαλύτερη ἀπ' ὅλες τὶς ἀρετές, καὶ ἀπὸ τι γεννιέται αὐτή, καὶ ὅτι κυρίως εἶναι οὐράνια δωρεὰ κ.λπ.». Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη του στὶς 29 Φεβρουαρίου, βραβεύοντάς τον μὲ τιμὲς καὶ ἐγκώμια.
 
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός, ὁ ἐπικαλούμενος Ρωμαῖος, ἀνήκει στὴ χορεία τῶν ἀσκητικῶν συγγραφέων. Ἀφοῦ μόνασε στὰ μοναστικὰ κέντρα τῆς Αἰγύπτου, ἔγινε μαθητὴς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ ἀργότερα ἔκτισε μοναστήρι στὴ Μασσαλία, στὸ ὁποῖο ἔγινε ἡγούμενος. Ἔλαβε μέρος στὶς ἀκραῖες ἀντιθέσεις μεταξὺ Αὐγουστίνου καὶ Πελαγίου, ὑποστηρίζοντας τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, κατὰ τὴν ὁποία ἀπορρίπτεται ἐξίσου τόσο ὁ ἀπόλυτος προορισμός τοῦ πρώτου, ὅσο καὶ ἡ αὐτάρκεια τῆς φύσεως τοῦ δευτέρου.

Ὁ ἅγιος Κασσιανὸς – τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη ἑορτάζεται στὶς 29 Φεβρουαρίου – ἔγραψε ἔργα ἀσκητικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα οἱ ἐκδότες τῆς Φιλοκαλίας ξεχώρισαν τὸ λόγο «περὶ τῶν ὀκτώ τῆς κακίας λογισμῶν», ποὺ ἀπέστειλε στὸν ἐπίσκοπο Κάστορα, καὶ τὸν λόγο «περὶ διακρίσεως», ποὺ ἔστειλε στὸν ἡγούμενο Λεόντιο. Τόσο ὁ ἕνας ὅσο καὶ ὁ ἄλλος λόγος εἶναι πολὺ ὠφέλιμοι καὶ στάζουν χάρη, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο. Πράγματι πρόκειται γιὰ συστηματικὴ μελέτη τῶν «ὀκτὼ λογισμῶν τῆς κακίας», ὅπου συμπυκνώνονται ἡ ἐμπειρία τῶν ἀσκητῶν Ἁγίων ποὺ βίωσαν τὶς διάφορες φάσεις

τῶν ἐνεργημάτων τῶν παθῶν αὐτῶν.

Οἱ «λογισμοὶ» κατὰ βάθος ἀποτελοῦν τὰ θανάσιμα λεγόμενα πάθη, ὅταν, ἀπὸ τὴν μὴ σωστὴ χρήση τους, σταδιακὰ γίνονται ἕξεις, ἀποκτοῦν δύναμη, στερεώνονται στὴν ψυχή, ἀναχωνεύονται μὲ τὴ νοερὴ οὐσία της καὶ μεταβάλλονται σὲ «σκληρὲς οὐσίες», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου.


Ὁ ἅγιος Κασσιανὸς προβαίνει στὴν ἀνάλυση τῶν «λογισμῶν» αὐτῶν, ἀκολουθώντας ὁρισμένους ἁγίους Πατέρες ποὺ διακρίνουν τὸ πάθος τῆς ὑπερηφάνειας σὲ ὑπερηφάνεια καὶ κενοδοξία καὶ ἀριθμοῦν τὰ θανάσιμα πάθη σὲ ὀκτώ, ἐνῶ ἄλλοι θεωροῦν τὴν κενοδοξία ὡς μία ἐνέργεια τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τὰ ἀριθμοῦν σὲ ἑπτά, ὅπως ἔχει πλέον ἐπικρατήσει στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.


Τὸ περὶ παθῶν τῆς ψυχῆς θέμα ἀγνοεῖται ἀπὸ πολλοὺς καὶ τὰ πάθη θεωροῦνται ὡς συμφυὴ μὲ τὴ φύση της, ἐνῶ πρόκειται γιὰ παραφυσικὲς καταστάσεις, ἡ ἀφετηρία τῶν ὁποίων εἶναι ὁ λογισμός. Καὶ εἶναι καταπληκτικὸ τὸ φαινόμενο, κατὰ τὸ ὁποῖο μία νοερὴ οὐσία ἀγαθή, θεόπλαστη «κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωση Θεοῦ», ποὺ εἶναι ἡ ψυχὴ (μαζὶ μὲ τὸ σῶμα), ἀποκτάει τὰ τυραννικὰ αὐτὰ πάθη ἐξ ἀφορμῆς τῆς σφαλερῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας της.


Φαίνεται περίεργο τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ θανάσιμα πάθη, (θανάσιμα γιατί πεθαίνει πνευματικῶς ἡ ψυχή), σχηματίζονται σταδιακὰ ἀπὸ ἔννοιες. Ὅμως εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὴν κλασσικὴ φιλοσοφία, ὅτι εἶχε γίνει παραδεκτό, πὼς ἡ συνήθεια, ἡ ἕξη, δημιουργεῖ δεύτερη φύση. Σὲ τελευταία ἀνάλυση, τὰ διάφορα πάθη ἀποτελοῦν στερεωμένους λογισμούς, ποὺ ἔχουν ἐπαναληφθεῖ καὶ ἔχουν βιωθεῖ. Κλασσικὸ εἶναι τὸ ἀπόφθεγμα: «ἐκ τοῦ ὁρᾶν τίκτεται τὸ ἐρᾶν». Ἡ ἐπανάληψη μιᾶς σκέψεως, μιᾶς ἰδέας, μιᾶς φαντασίας ἀποκτάει ἀνάλογη δύναμη, εἴτε πονηρὴ εἶναι εἴτε ἀγαθή.


Ἀλλὰ γιὰ τὰ ἀγαθὰ πάθη δὲν γίνεται λόγος ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Κασσιανό. Στὴν ὑπόψη πραγματεία προβαίνει σὲ μία διεξοδικὴ ἀνάλυση τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν ὡς πρὸς τὴ γένεσή τους καὶ τὴ θεραπεία τους, ἀκολουθώντας τὴν ἀσκητικὴ καὶ πνευματικὴ παράδοση ποὺ θεμελιώνεται στὶς θεῖες Γραφές, στὶς ὁποῖες συνεχῶς παραπέμπει. Μὲ τὶς λεπτὲς παρατηρήσεις του ἐπάνω στὰ πάθη, προσφέρει πολύτιμη ὑπηρεσία στὴν Ἐκκλησία.

 


ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΑΣΤΟΡΑ


ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΟΧΤΩ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΚΑΚΙΑΣ


Ἀφοῦ πρωτύτερα συντάξαμε τὸν λόγο «περὶ διαμορφώσεως τῶν Κοινοβίων», ἔχοντας τὸ θάρρος στὶς προσευχές σου, ἐπιχειροῦμε πάλι νὰ γράψομε γιὰ τοὺς ὀχτὼ λογισμοὺς τῆς κακίας· τῆς γαστριμαργίας, λέω, καὶ πορνείας, φιλαργυρίας, ὀργῆς, λύπης, ἀκηδίας, κενοδοξίας καὶ ὑπερηφάνειας.


1. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΛΙΑΣ

Πρῶτα θὰ κάνω λόγο γιὰ τὴν ἐγκράτεια στὰ φαγητά, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετη τῆς γαστριμαργίας, καὶ γιὰ τὸν τρόπο τῶν νηστειῶν καὶ τὴν ποσότητα τῶν φαγητῶν. Καὶ αὐτά, ὄχι ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ καθὼς παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες. Ἐκεῖνοι λοιπόν, δὲν ἔχουν παραδώσει ἕνα κανόνα νηστείας, οὔτε ἕνα τρόπο τῆς διατροφῆς, οὔτε τὸ ἴδιο μέτρο, γιατί δὲν ἔχουν ὅλοι τὴν ἴδια δύναμη, εἴτε λόγω ἡλικίας, εἴτε ἀσθένειας, εἴτε καλύτερης συνήθειας τοῦ σώματος. Ἔχουν ὅμως παραδώσει σὲ ὅλους ἕνα σκοπό, νὰ ἀποφεύγομε τὴν ἀφθονία καὶ νὰ ἀποστρεφόμαστε τὸν χορτασμὸ τῆς κοιλιᾶς. Ἔχουν δεῖ στὴν πράξη ὅτι εἶναι ὠφελιμότερο καὶ βοηθᾶ στὴν καθαρότητα τὸ νὰ τρώει κανεὶς μία φορὰ τὴν ἡμέρα ἀπὸ τὸ νὰ τρώει κάθε τρεῖς ἢ τέσσερις ἢ ἑφτὰ ἡμέρες. Γιατί λένε, ἐκεῖνος ποὺ ἐπεκτείνεται ὑπέρμετρα στὴ νηστεία, ὑπέρμετρα κατόπιν τρώει. Καὶ ἀπὸ αὐτό, ἄλλοτε ἐξαιτίας τῆς ὑπερβολῆς τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τὴν τροφὴ ἀτονεῖ τὸ σῶμα καὶ γίνεται πιὸ ἀπρόθυμο γιὰ τὶς πνευματικὲς ἐργασίες, καὶ ἄλλοτε ὅταν γεμίσει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν τροφῶν προκαλεῖ ἀμέλεια καὶ ἐξασθένηση τῆς ψυχῆς.

Καὶ πάλι οἱ ἅγιοι Πατέρες δοκίμασαν καὶ εἶδαν ὅτι δὲν εἶναι γιὰ ὅλους κατάλληλη ἡ διατροφὴ μὲ χόρτα, οὔτε μὲ ὄσπρια, οὔτε ὅλοι μποροῦν νὰ τρέφονται μόνο μὲ ξερὸ ψωμί. Καὶ ἄλλος, καθὼς εἶπαν, ἐνῶ τρώει δύο λίτρες ψωμί, πεινᾶ ἀκόμη, ἐνῶ ἄλλος τρώει μία λίτρα ἢ ἕξ οὐγγιὲς καὶ χορταίνει.

Σὲ ὅλους λοιπόν, ὅπως εἶπα, ἕνα κανόνα ἐγκράτειας ἔχουν παραδώσει, τὸ νὰ μὴν ξεγελιοῦνται μὲ τὸν χορτασμὸ τῆς κοιλιᾶς(Παροιμ. 24, 15), οὔτε νὰ παρασύρονται ἀπὸ τὴν ἡδονή τοῦ λάρυγγα. Γιατί δὲν εἶναι μόνο ἡ διαφορὰ τῆς ποιότητας τῶν τροφῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ποσότητα ποὺ ἀνάβει τὰ πυρωμένα βέλη(Ἐφ. 6,16) τῆς πορνείας. Γιατί μὲ ὁποιαδήποτε τροφὴ ὅταν γεμίσει ἡ κοιλιά, γεννᾶ τὸ σπόρο τῆς διαφθορᾶς. Καὶ πάλι δὲν εἶναι μόνο ἡ κραιπάλη τοῦ κρασιοῦ ποὺ φέρνει μέθη στὴ διάνοια, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀφθονία τοῦ νεροῦ καὶ κάθε τροφῆς ἡ ὑπερβολικὴ χρήση, τὴ ζαλίζει καὶ φέρνει νύστα σ' αὐτήν. Αἰτία τῆς καταστροφῆς τῶν Σοδομιτῶν δὲν ἦταν ἡ κραιπάλη τοῦ κρασιοῦ καὶ τῶν διαφόρων φαγητῶν, ἀλλὰ ἡ ἀφθονία τοῦ ἄρτου, κατὰ τὸν προφήτη(Ἰεζ. 16,49).

Ἡ ἀσθένεια τοῦ σώματος δὲν εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ὅταν δώσομε στὸ σῶμα ἐκεῖνα ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ἀσθένεια, ὄχι ὅ,τι θέλει ἡ ἡδονή. Τὶς τροφὲς τὶς χρησιμοποιοῦμε τόσο ὥστε νὰ ζήσομε, ὄχι γιὰ νὰ σκλαβωθοῦμε στὶς ὁρμὲς τῆς ἐπιθυμίας. Ἡ μετρημένη καὶ μέσα σὲ λογικὰ ὅρια τροφὴ βοηθᾶ στὴν ὑγεία τοῦ σώματος, δὲν ἀφαιρεῖ τὴν ἁγιότητα. Ἀκριβὴς κανόνας ἐγκράτειας, ὅπως παρέδωσαν οἱ Πατέρες, εἶναι νὰ σταματοῦμε νὰ τρῶμε πρὶν χορτάσομε. Καὶ ὁ Ἀπόστολος ποὺ εἶπε: «Μὴ φροντίζετε γιὰ τὴν σάρκα, πῶς νὰ ἱκανοποιήσετε τὶς ἐπιθυμίες της»(Ρωμ. 13,14), δὲν ἐμπόδισε τὴν ἀναγκαία κυβέρνηση τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἀπαγόρευσε τὴν φιλήδονη φροντίδα.

Ἄλλωστε, γιὰ τὴν τέλεια καθαρότητα τῆς ψυχῆς, δὲν ἀρκεῖ μόνο ἡ ἐγκράτεια στὰ φαγητά, ἂν δὲν συντρέχουν καὶ οἱ ὑπόλοιπες ἀρετές. Λοιπόν, ἡ ταπείνωση μὲ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν καταπόνηση τοῦ σώματος, ὠφελοῦν πολύ. Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὴ φιλαργυρία, ὄχι μόνον τὸ νὰ μὴν ἔχει κανεὶς χρήματα, ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ μὴν τὰ ἐπιθυμεῖ, ὁδηγεῖ στὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὴν ὀργή, ἀπὸ τὴν λύπη, ἀπὸ τὴν κενοδοξία, ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια, ὅλα αὐτὰ προξενοῦν τὴ γενικὴ καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Τὴ μερικὴ καθαρότητα τῆς ψυχῆς, μέσω τῆς σωφροσύνης, ἰδιαίτερα κατορθώνουν ἡ νηστεία καὶ ἡ ἐγκράτεια. Γιατί εἶναι ἀδύνατον ἐκεῖνος ποὺ ἔχει γεμάτη τὴν κοιλιά του, νὰ κάνει νοερὸ πόλεμο ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς πορνείας.

Ὥστε λοιπὸν πρῶτος ἀγώνας μας ἂς εἶναι νὰ συγκρατοῦμε τὴν κοιλιά μας καὶ νὰ ὑποδουλώνομε τὸ σῶμα. Ὄχι μόνο μὲ νηστεία, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀγρυπνία καὶ κόπο καὶ πνευματικὰ ἀναγνώσματα καὶ μὲ τὸ νὰ μαζεύομε τὴν καρδιά μας πάνω στὸ φόβο τῆς κολάσεως καὶ στὸν πόθο τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Περὶ τῶν 8 λογισμῶν, Τὸ πνεῦμα τῆς πορνείας
 
Ἅγιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος

Περὶ τοῦ πνεύματος τῆς πορνείας καὶ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας

Δεύτερος ἀγώνας ποὺ ἔχομε νὰ κάνομε εἶναι ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς πορνείας καί τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας, ἡ ὁποία ἐπιθυμία ἀρχίζει ἀπὸ τὴ μικρὴ ἡλικία νὰ ἐνοχλεῖ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἀγώνας αὐτὸς εἶναι μεγάλος καὶ δύσκολος καὶ ἔχει δύο μέτωπα. Γιατί ἐνῶ τὰ ἄλλα ἐλαττώματα κάνουν τὴ μάχη μόνο μέσα στὴ ψυχή, ὁ σαρκικὸς πόλεμος εἶναι διπλός, καὶ στὴ ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα. Καὶ γι' αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναλάβομε διπλὸ πόλεμο. Γιατί δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ σωματικὴ νηστεία γιὰ νὰ ἀποκτήσομε τὴν τέλεια σωφροσύνη καὶ ἀληθινὴ ἁγνεία, ἂν δὲν ἀκολουθεῖ καὶ συντριβὴ καρδίας καὶ πυκνὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ συχνὴ μελέτη τῶν Γραφῶν καὶ κόπος καὶ ἐργασία τῶν χεριῶν, τὰ ὁποῖα μποροῦν νὰ ἀναστέλλουν τὶς ἀκατάστατες ὁρμὲς τῆς ψυχῆς καὶ νὰ ἀνακαλοῦν τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὶς αἰσχρὲς φαντασίες. Προπάντων βοηθᾶ ἡ ταπείνωση τῆς ψυχῆς, χωρὶς τὴν ὁποία οὔτε τὴν πορνεία, οὔτε ἄλλο πάθος μπορεῖ κανεὶς νὰ νικήσει. Πρῶτα – πρῶτα λοιπὸν πρέπει μὲ κάθε προσοχὴ νὰ φυλάγει κανεὶς τὴν καρδιά του (5) ἀπὸ ρυπαροὺς λογισμούς. Γιατί ἀπὸ τὴν καρδιὰ βγαίνουν – ὅπως εἶπε ὁ Κύριος – διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖες, πορνεῖες καὶ τὰ λοιπὰ(6).
Καὶ ἡ νηστεία δὲν ἔχει διαταχθεῖ μόνον γιὰ κακοπάθεια τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν προσοχὴ καὶ νηφαλιότητα τοῦ νοῦ, γιὰ νὰ μὴ σκοτιστεῖ ὁ νοῦς ἀπὸ τὴ πολυφαγία καὶ γίνει ἀδύνατος στὴν ἐπιτήρηση τῶν λογισμῶν. Πρέπει λοιπὸν ὄχι μόνο στὴ σωματικὴ νηστεία νὰ βάζομε ὅλη τὴν ἐπιμέλειά μας, ἀλλὰ καὶ στὴν προσοχὴ τῶν λογισμῶν καὶ στὴν πνευματικὴ μελέτη, χωρὶς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀνέβομε στὸ ὕψος τῆς ἀληθινῆς ἁγνείας καὶ καθαρότητας. Πρέπει λοιπὸν νὰ καθαρίζομε πρῶτα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, τὸ ἐσωτερικό τοῦ πιάτου καί τοῦ ποτηρίου, γιὰ νὰ γίνει καὶ τὸ ἐξωτερικό τους καθαρὸ (7).

Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς, ἂν ὑπάρχει μέσα μας ἡ φροντίδα νὰ πολεμήσομε νόμιμα καὶ νὰ στεφανωθοῦμε (8), ἀφοῦ νικήσομε τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα τῆς πορνείας, νὰ μὴν ἔχομε θάρρος στὴ δική μας δύναμη καὶ ἄσκηση, ἀλλὰ στὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου μας καὶ Θεοῦ. Γιατί δὲν παύει ὁ ἄνθρωπος νὰ πολεμεῖται ἀπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα, μέχρις ὅτου πιστέψει ἀληθινὰ ὅτι ὄχι μὲ τὴ δική του ἐπιμέλεια καὶ τὸ δικό του κόπο, ἀλλὰ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἐλευθερώνεται ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀρρώστια καὶ ἀνεβαίνει στὸ ὕψος τῆς ἁγνείας. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὑπόθεση πάνω ἀπὸ τὴ φύση· κατὰ κάποιο τρόπο ὑπερβαίνει τὸ σῶμα ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ὑποτάξει τοὺς ἐρεθισμοὺς τῆς σάρκας καὶ τὶς ἡδονές της. Καὶ γι' αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον ὁ ἄνθρωπος (γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι) μὲ τὰ δικά του φτερὰ νὰ πετάξει πρὸς τὸ ὑψηλὸ καὶ οὐράνιο βραβεῖο τῆς ἁγιοσύνης καὶ νὰ γίνει μιμητὴς τῶν Ἀγγέλων, ἂν δὲν τὸν σηκώσει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τὴ λάσπη. Γιατί μὲ καμιὰ ἄλλη ἀρετὴ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴ σάρκα ποὺ φέρουν δὲν ἐξομοιώνονται περισσότερο μὲ τοὺς ἀγγέλους, ὅσο μὲ τὴν ἀρετή τῆς σωφροσύνης. Μὲ τὴν ἀρετὴ αὐτή, ἐνῶ βρίσκονται ἀκόμη στὴ γῆ, ἔχουν τὸ πολίτευμα στοὺς οὐρανούς, κατὰ τὸν Ἀπόστολο (9).

Δεῖγμα τοῦ ὅτι ἀποκτήσαμε τελείως αὐτὴ τὴν ἀρετὴ εἶναι νὰ μὴ προσηλώνεται ἡ ψυχὴ κατὰ τὸν ὕπνο σὲ καμία εἰκόνα αἰσχρῆς φαντασίας. Γιατί ἂν καὶ δὲν λογαριάζεται ὡς ἁμαρτία αὐτὴ ἡ κίνηση στὸν ὕπνο, εἶναι ὅμως γνώρισμα ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ἄρρωστη καὶ δὲν ἔχει ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ σαρκικὸ πάθος. Γι' αὐτὸ τὶς αἰσχρὲς φαντασίες ποὺ μᾶς ἔρχονται στὸν ὕπνο, πρέπει νὰ πιστεύομε ὅτι εἶναι ἔλεγχος τῆς προηγούμενης ἀμέλειας καὶ τῆς ἀσθένειάς μας, ἀφοῦ τὴν κρυμμένη μέσα στὰ ἀπόκρυφα τῆς ψυχῆς μας νόσο τὴν κάνει φανερὴ ἡ ρεύση κατὰ τὴν ἀνάπαυση τοῦ ὕπνου. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Γιατρὸς τῶν ψυχῶν μας, στὰ ἀπόκρυφα τῆς ψυχῆς ἔβαλε τὸ φάρμακο, ὅπου γνώριζε ὅτι βρίσκονται καὶ οἱ αἰτίες τῆς ἀσθένειας, λέγοντας: «Καθένας ποὺ βλέπει γυναίκα μὲ σκοπὸ νὰ τὴν ἐπιθυμήσει, ἔκανε κιόλας μοιχεία μαζί της μέσα στὴν καρδιὰ του» (10). Δὲ διορθώνει τόσο τοὺς περίεργους καὶ πορνικοὺς ὀφθαλμούς, ὅσο τὴν ψυχὴ ποὺ ἔχει τὴν κατοικία της μέσα μας, ἡ ὁποία κακῶς μεταχειρίζεται τὰ μάτια τὰ ὁποῖα ἔδωσε ὁ Θεὸς γιὰ τὸ καλό τοῦ ἀνθρώπου. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ σοφὴ Παροιμία δὲ λέγει: «Μὲ κάθε τρόπο νὰ προσέχεις τὰ μάτια σου», ἀλλά. «Μὲ κάθε τρόπο νὰ προσέχεις τὴν καρδιά σου» (11). Ἔβαλε δηλαδὴ τὸ φάρμακο τῆς προσοχῆς στὴν καρδιὰ ποὺ μεταχειρίζεται τὰ μάτια γιὰ ὅ,τι θέλει.

Λοιπὸν αὐτὴ ἂς εἶναι ἡ φρουρὰ καὶ προφύλαξη τῆς καρδιᾶς μας. ὅταν ἔρθει στὸ νοῦ μας ἐνθύμηση γυναίκας ποὺ ξεφύτρωσε ἀπὸ διαβολικὴ δολιότητα, εἴτε μητέρας ἢ ἀδελφῆς ἢ ἄλλων εὐλαβῶν γυναικῶν, ἀμέσως νὰ τὴν διώξομε ἀπὸ τὴν καρδιά μας, μήπως ἐπιμένοντας πολὺ σ' αὐτὴ τὴν ἐνθύμηση, μᾶς κυλήσει ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἐξαπατᾶ στὸ κακό, ὁ διάβολος, καὶ μᾶς ρίξει μέσα στὸ γκρεμὸ τῶν αἰσχρῶν καὶ βλαβερῶν σκέψεων. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐντολὴ ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ στὸν πρωτόπλαστο διατάζει, νὰ συντρίβομε τὸ κεφάλι τοῦ φιδιοῦ (12), δηλαδὴ τῶν ἀρχὴ τῶν βλαβερῶν λογισμῶν, μέσω τῶν ὁποίων ἐπιχειρεῖ αὐτὸ νὰ συρθεῖ μέσα στὶς ψυχές μας. Ἀλλιῶς μὲ τὸ νὰ παραδεχτοῦμε τὸ κεφάλι, ποὺ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ λογισμοῦ, θὰ παραδεχτοῦμε καὶ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα τοῦ φιδιοῦ, ποὺ εἶναι ἡ συγκατάθεση στὴν ἡδονή, καὶ αὐτὸ θὰ κατακρημνίσει τὴ διάνοιά μας στὴν παράνομη πράξη. Ἀλλὰ πρέπει κατὰ τὴν Γραφή, κάθε πρωὶ νὰ ἐξολοθρεύομε ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς τῆς γῆς (13), δηλαδὴ μὲ τὸ φῶς τῆς γνώσεως νὰ διακρίνομε καὶ νὰ ἐξολοθρεύομε τοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμοὺς ἀπὸ τὴ γῆ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ καρδιά μας, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου. Καὶ ὅσο εἶναι ἀκόμη νήπια οἱ γιοὶ τῆς Βαβυλώνας, δηλαδὴ οἱ πονηροὶ λογισμοί, νὰ τοὺς χτυπᾶμε στὸ ἔδαφος καὶ νὰ τοὺς τσακίζομε πάνω στὴν πέτρα (14), ἡ ὁποία πέτρα εἶναι ὁ Χριστός. Γιατί ἂν οἱ νήπιοι λογισμοὶ μεγαλώσουν καὶ γίνουν ἄνδρες λόγω τῆς συγκαταθέσεώς μας σ' αὐτούς, τότε δὲν θὰ νικηθοῦν χωρὶς μεγάλο στεναγμὸ καὶ κόπο.

Μετὰ τὰ ὅσα εἴπαμε ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, καλὸ εἶναι νὰ θυμηθοῦμε καὶ λόγους ἁγίων Πατέρων. Εἶπε λοιπὸν ὁ ἅγιος Βασίλειος, ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας. «Καὶ γυναίκα δὲ γνωρίζω καὶ παρθένος δὲν εἶμαι». Τόσο πολὺ γνώριζε ὅτι τὸ δῶρο τῆς παρθενίας δὲν κατορθώνεται μόνο μὲ ἀποχὴ ἀπὸ γυναίκα, ὅσο μὲ τὴν ἁγιοσύνη τῆς ψυχῆς καὶ τὴν καθαρότητα, ἡ ὁποία κατορθώνεται μὲ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Λένε ἐπίσης καὶ τοῦτο οἱ Πατέρες, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ἀποκτήσομε τελείως τὴν ἀρετὴ τῆς ἁγνείας, ἂν δὲν ἀποκτήσομε πρωτύτερα τὴν ἀληθινὴ ταπεινοφροσύνη μέσα στὴν καρδιά μας. Οὔτε μποροῦμε νὰ κριθοῦμε ἄξιοι ν' ἀποκτήσομε τὴν ἀληθινὴ θεία γνώση, ἂν μέσα στὰ ἀπόκρυφα τῆς ψυχῆς ἔχει θρονιαστεῖ τὸ πάθος τῆς πορνείας. Θὰ δείξομε καὶ ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο πόσο μεγάλο εἶναι τὸ κατόρθωμα τῆς σωφροσύνης, καὶ ἀφοῦ ἀναφέρομε μία φράση του μόνο, θὰ τελειώσομε: «Ἐπιδιώκετε νὰ ἔχετε εἰρήνη μὲ ὅλους καὶ τὸν ἁγιασμό, ποὺ χωρὶς αὐτὸν κανένας δὲν θὰ δεῖ τὸν Κύριο» (15). Ὅτι ἀναφέρεται στὸ θέμα μας, εἶναι φανερὸ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ λέει ἀμέσως παρακάτω: «Κανένας πόρνος καὶ βέβηλος ὅπως ὁ Ἠσαῦ» (16). Ὅσο λοιπὸν οὐράνιο καὶ ἀγγελικὸ εἶναι τὸ κατόρθωμα τῆς ἁγιοσύνης, τόσο μὲ βαρύτερες συνωμοσίες καὶ δόλους πολεμεῖται ἀπό τοὺς ἐχθροὺς δαίμονες. Καὶ γι' αὐτὸ ὀφείλομε νὰ φροντίζομε νὰ ἔχομε ὄχι μόνον ἐγκράτεια σώματος, ἀλλὰ καὶ συντριβὴ καρδίας καὶ πυκνὲς προσευχὲς μὲ στεναγμούς, ὥστε τὸ καμίνι τῆς σάρκας μας, τὸ ὁποῖο ὁ βασιλιὰς τῆς Βαβυλώνας ἀνάβει καθημερινὰ μὲ τοὺς ἐρεθισμοὺς τῆς ἐπιθυμίας, νὰ τὸ σβήσομε μὲ τὴ δρόσο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος(17).

Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, μέγιστο ὅπλο γιὰ τὸν πόλεμο αὐτὸ εἶναι ἡ κατὰ Θεὸν ἀγρυπνία. Γιατί ὅπως ἡ προσοχὴ καὶ ἡ προφύλαξη τῆς ἡμέρας ἑτοιμάζει τὴ νυχτερινὴ ἁγιοσύνη, ἔτσι ἡ νυχτερινὴ κατὰ Θεὸν ἀγρυπνία ἑτοιμάζει καὶ διευκολύνει τὴν ψυχὴ στὴν καθαρότητα τῆς ἡμέρας.
Περὶ τῶν 8 λογισμῶν, Ἡ φιλαργυρία
 
Ἅγιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος



Τρίτος εἶναι ὁ ἀγώνας ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς φιλαργυρίας, ἀγώνας ξένος καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ποὺ βρίσκει ἀφορμὴ τὴν ἀπιστία τοῦ μοναχοῦ. Γιατί οἱ ἐρεθισμοὶ τῶν ἄλλων παθῶν, ἐννοῶ τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ἐπιθυμίας, ἔχουν τὶς ἀφορμὲς ἀπὸ τὸ σῶμα, καὶ κατὰ κάποιο τρόπο εἶναι ἔμφυτα καὶ ἔχουν τὴν ἀρχὴ ἀπὸ τὴν γέννηση. Γι' αὐτὸ καὶ χρειάζεται πολὺς καιρὸς γιὰ νὰ νικηθοῦν. Ἡ ἀρρώστια ὅμως τῆς φιλαργυρίας ἔρχεται ἀπὸ ἔξω καὶ μπορεῖ εὐκολότερα νὰ κοπεῖ ἂν καταβάλλει κανεὶς ἐπιμέλεια καὶ προσοχή. Ἂν ὅμως παραμεληθεῖ, γίνεται πιὸ αταστρεπτικὴ ἀπὸ τὰ ἄλλα πάθη καὶ δύσκολα φεύγει. γιατί εἶναι ρίζα ὅλων τῶν κακῶν (Α΄ Τιμ. 6, 10), κατὰ τὸν Ἀπόστολο.

Ἂς σκεφτοῦμε ὡς ἑξῆς: οἱ φυσικὲς κινήσεις τοῦ σώματος ὑπάρχουν ὄχι μόνο στὰ παιδιά, στὰ ὁποῖα κρίση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ δὲν ὑπάρχει ἀκόμα, ἀλλὰ καὶ σ' αὐτὰ τὰ νήπια ποὺ τρῶνε γάλα, ποὺ δὲν ἔχουν οὔτε ἴχνος ἡδονῆς, δίνουν ὅμως σημάδι ὅτι ἔχουν ἐκ φύσεως κίνηση στὴ σάρκα τους. Ἐπίσης καὶ τὸ κεντρὶ τοῦ θυμοῦ παρατηρεῖται στὰ νήπια, ὅταν τὰ βλέπομε νὰ διεγείρονται ζωηρὰ ἐναντίον ἐκείνων ποὺ τὰ λύπησαν. Καὶ αὐτὰ δὲν τὰ λέω γιὰ νὰ κατηγορήσω τὴ φύση σὰν αἰτία τῆς ἁμαρτίας· μὴ γένοιτο· ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξω ὅτι ὁ θυμὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία, ἂν καὶ γιὰ καλὸ ἑνώθηκαν μὲ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ καὶ εἶναι κάπως ἀπὸ τὰ φυσικὰ προσόντα τοῦ σώματος, ἐξαιτίας τῆς ἀμέλειας ξεπέφτουν σὲ πράξεις ἔξω ἀπὸ τὴ φύση. Γιατί ἡ κίνηση τοῦ σώματος δόθηκε ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ γιὰ τὴ γέννηση ἀπογόνων καὶ τὴν παράταση τῆς ἀνθρωπότητας κατὰ διαδοχὴ καὶ ὄχι γιὰ τὴν πορνεία. Καὶ ὁ θυμὸς ἔχει κατασπαρεῖ μέσα μας γιὰ τὴ σωτηρία, γιὰ νὰ θυμώνομε ἐναντίον τῆς κακίας καὶ ὄχι νὰ γινόμαστε θηρία ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων. Ἂν λοιπὸν χρησιμοποιοῦμε γιὰ κακὸ τὸ θυμὸ καὶ τὴν ἐπιθυμία, δὲν εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἁμαρτωλὴ οὔτε θὰ κατηγορήσομε τὸν Πλάστη, ὅπως δὲν κατηγοροῦμε ἐκεῖνον ποὺ ἔδωσε στὸν ἄλλον ἕνα σιδερένιο ἐργαλεῖο γιὰ μία ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμη ἐργασία, καὶ αὐτὸς τὸ χρησιμοποίησε σὲ φόνο.

Αὐτὰ τὰ εἴπαμε γιὰ νὰ φανερώσομε ὅτι τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴ φύση, ἀλλὰ μόνο ἀπὸ πολὺ κακὴ καὶ διεφθαρμένη διάθεση. Γιατί ἡ ἀρρώστια αὐτὴ τῆς φιλαργυρίας, ὅταν βρεῖ στὴν ἀρχὴ τῆς ἀποταγῆς χλιαρὴ καὶ ἄπιστη τὴν ψυχή, τῆς ὑποβάλλει δίκαιες τάχα καὶ εὐλογοφανεῖς προφάσεις γιὰ νὰ κατακρατήσει μερικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔχει. Τοῦ λέει ὅτι θὰ ἔχει μακροχρόνια γηρατειὰ καὶ ἀσθένεια καὶ ὅτι ἐκεῖνα ποὺ δίνει γιὰ τὶς ἀνάγκες τὸ κοινόβιο δὲν εἶναι ἀρκετὰ ὄχι γιὰ ἄρρωστο, ἀλλὰ οὔτε γιὰ ὑγιή, καὶ ὅτι ἐδῶ δὲν φροντίζουν ὅπως χρειάζεται τοὺς ἀρρώστους, ἀλλὰ μὲ πολλὴ ἀμέλεια, καὶ ἂν δὲν ἔχει κρύψει χρυσάφι, θὰ πεθάνει ἄθλια. Τελευταῖα τοῦ ὑποβάλλει τὴ σκέψη, ὅτι οὔτε στὸ μοναστήρι μπορεῖ νὰ μείνει πολύ, λόγω τῆς βαριᾶς ἐργασίας καὶ τῆς αὐστηρότητας τοῦ ἡγουμένου. Καὶ ὅταν παραπλανήσει τὴ διάνοια μὲ τέτοιες σκέψεις, γιὰ νὰ ἀποκτήσει ἔστω καὶ ἕνα δηνάριο, τότε τὸν καταφέρνει καὶ ἐργασία τοῦ χεριοῦ νὰ μάθει κρυφὰ ἀπὸ τὸν ἡγούμενο, ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ μπορέσει νὰ αὐξήσει τὸ χρῆμα ποὺ τόσο ἐπιθυμεῖ. Καὶ παραπέρα τὸν ἐξαπατᾶ τὸν ἄθλιο μὲ κρυφὲς ἐλπίδες καὶ τοῦ ψιθυρίζει τὸ κέρδος ποὺ θὰ ἔχει ἀπὸ τὴν ἐργασία του καὶ τὴν ἀνάπαυση καὶ ἀμεριμνησία ποὺ θὰ ἀποκτήσει. Καὶ ἀφοῦ παραδοθεῖ ὁλόκληρος στὴ σκέψη τοῦ κέρδους, κανένα ἄλλο κακὸ δὲν προσέχει. οὔτε τὴν παραφορὰ τῆς ὀργῆς ἂν τοῦ συμβεῖ καμιὰ ζημιά, οὔτε τὸ σκοτάδι τῆς λύπης ἂν δὲν πετύχει τὸ κέρδος, ἀλλὰ ὅπως σὲ ἄλλους γίνεται θεὸς ἡ κοιλιὰ τους (Φιλιπ. 3, 19), ἔτσι καὶ σ' αὐτὸν γίνεται θεὸς ὁ χρυσός. Γι' αὐτὸ ὁ μακάριος Ἀπόστολος γνωρίζοντάς τα αὐτά, ὄχι μόνο ρίζα ὅλων τῶν κακῶν ὀνόμασε τὴ φιλαργυρία, ἀλλὰ καὶ εἰδωλολατρία τὴν εἶπε (Α’ Τιμ. 6, 10).

Ἂς δοῦμε λοιπὸν σὲ πόση κακία ἡ ἀρρώστια αὐτὴ σέρνει τὸν ἄνθρωπο, ὥστε νὰ τὸν ρίξει καὶ στὴν εἰδωλολατρία· γιατί ἀφοῦ ἀπομακρύνει ὁ φιλάργυρος τὸ νοῦ του ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀγαπᾶ εἴδωλα, δηλ. ἀνάγλυφες εἰκόνες ἀνθρώπων ποὺ εἶναι χαραγμένες πάνω στὰ νομίσματα. Μὲ τέτοιους λογισμοὺς λοιπὸν ἀφοῦ σκοτισθεῖ ὁ μοναχὸς καὶ προχωρήσει στὸ χειρότερο, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει διόλου ὑπακοή, ἀλλὰ ἀγανακτεῖ, νομίζει ὅτι πάσχει ἄδικα, καὶ γιὰ τὴν κάθε ἐργασία γογγύζει, ἀντιλέγει καὶ χωρὶς διόλου εὐλάβεια σὰν ἄλογο σκληρότατο βαδίζει στὸ γκρεμό. Οὔτε στὴν καθημερινὴ τροφὴ ἀρκεῖται, καὶ διαμαρτύρεται ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑποφέρει μέχρι τέλος. Καὶ λέει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο ἐκεῖ, οὔτε ὅτι ἐκεῖ ἀποκλειστικὰ βρίσκεται ἡ σωτηρία του· καὶ ὅτι ἂν δὲν
φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἐκεῖνο, θὰ χαθεῖ. Καὶ ἔτσι ἔχοντας γιὰ συνεργὸ τῆς διεφθαρμένης γνώμης του τὰ χρήματα ποὺ φυλάει, τὰ αἰσθάνεται σὰν φτερὰ καὶ μὲ αὐτὰ μελετᾶ νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι. Καὶ λοιπὸν ἀπαντᾶ ὑπερήφανα καὶ ἄγρια σὲ ὅλες τὶς ἐντολὲς ποὺ τοῦ δίνουν, καὶ νομίζοντας τὸν ἑαυτό του ξένο καὶ ἐξωμέριτη, ἂν δεῖ στὸ μοναστήρι ὅτι κάτι ἔχει ἀνάγκη νὰ διορθωθεῖ, ἀμελεῖ καὶ περιφρονεῖ καὶ κατηγορεῖ ὅλα ὅσα γίνονται. Ἔπειτα ζητάει προφάσεις γιὰ νὰ ὀργιστεῖ καὶ νὰ λυπηθεῖ, γιὰ νὰ μὴν τὸν νομίσουν ἐπιπόλαιο καὶ ὅτι φεύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι χωρὶς αἰτία. Κι ἂν μπορέσει μὲ κρυφομιλήματα καὶ μάταια λόγια νὰ ἐξαπατήσει καὶ ἄλλον καὶ νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὸ μοναστήρι, κι αὐτὸ τὸ κάνει, γιὰ νὰ ἔχει καὶ συνεργό. Ἔτσι λοιπὸν μὲ τὸ νὰ ἀνάβει ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῶν χρημάτων του ὁ φιλάργυρος, ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάσει στὸ μοναστήρι του οὔτε νὰ ζήσει κάτω ἀπὸ κανόνα. Κι ὅταν ὁ διάβολος σὰν λύκος τὸν ἁρπάξει ἀπὸ τὴν μάνδρα καὶ τὸν ξεχωρίσει ἀπὸ τὸ ποίμνιο καὶ τὸν πάρει γιὰ νὰ τὸν φάει, τότε τὸν φέρνει στὸ σημεῖο, τὰ ἔργα ποὺ βαριόταν νὰ κάνει τὶς ὁρισμένες ὧρες στὸ κοινόβιο, αὐτὰ νὰ τὰ κάνει στὸ κελὶ του μέρα καὶ νύχτα μὲ μεγάλη προθυμία. Καὶ οὔτε τὶς συνήθειες τῶν προσευχῶν, οὔτε τὶς νηστεῖες, οὔτε τὸν κανόνα τῶν ἀγρυπνιῶν ἐπιτρέπει νὰ τηρεῖ, ἀλλὰ ἀφοῦ τὸν δέσει μὲ τὴ μανία τῆς φιλαργυρίας, ὅλη του τὴν προθυμία τὸν πείθει νὰ τὴν δείξει στὸ ἐργόχειρό του.

Εἶναι τρεῖς τρόποι αὐτῆς τῆς ἀρρώστιας, τοὺς ὁποίους ἐξίσου ἀπαγορεύουν οἱ θεῖες Γραφὲς καὶ οἱ διδασκαλίες τῶν Πατέρων. Ἕνας εἶναι ποὺ κάνει ὅσους ἦταν φτωχοί, νὰ προσπαθοῦν ἐκεῖνα ποὺ δὲν εἶχαν στὸν κόσμο νὰ τὰ ἀποκτήσουν τώρα. Ἄλλος εἶναι ποὺ κάνει νὰ μετανοοῦν ὅσοι ἀρνήθηκαν μία φορὰ τὰ χρήματα ὅταν ἔγιναν μοναχοὶ καὶ τοὺς βάζει νὰ ζητοῦν ἐκεῖνα ποὺ πρόσφεραν στὸ Θεό. Τρίτος εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ δέσει τὸ μοναχὸ μὲ ἀπιστία καὶ χλιαρότητα, δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἀπαλλαγεῖ τελείως ἀπὸ τὶς κοσμικὲς ἀσχολίες, μὲ τὸ νὰ τοῦ ὑποβάλλει φόβο τῆς φτώχειας καὶ ἀπιστία στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ τὸν κάνει παραβάτη τῶν ὑποσχέσεών του ποὺ ἔδωσε, ὅταν ἀρνήθηκε τὸν κόσμο. Τὰ παραδείγματα αὐτῶν τῶν τριῶν τρόπων βρήκαμε ὅτι κατακρίνονται στὴν Ἁγία Γραφή. Ἔτσι ὁ Γιεζῆ, ἐπειδὴ ἐπιθύμησε νὰ ἀποκτήσει χρήματα ποὺ δὲν εἶχε πρωτύτερα, δὲν πέτυχε τὴν προφητικὴ χάρη, τὴν ὁποία ὁ διδάσκαλος ἤθελε νὰ τοῦ ἀφήσει ὡς κληρονομιά. Καὶ ἀντὶ εὐλογία, κληρονόμησε αἰώνια λέπρα μὲ τὴν κατάρα τοῦ Προφήτη (Δ΄Βασ. 5, 25).

Καὶ ὁ Ἰούδας ποὺ θέλησε νὰ πάρει χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχε ἐγκαταλείψει προηγουμένως, ἀφοῦ ἀκολούθησε τὸ Χριστό, ὄχι μόνο γλύστρησε στὴν προδοσία τοῦ Κυρίου καὶ χωρίστηκε ἀπὸ τὸν χορὸ τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ τὴ ζωὴ του τελείωσε μὲ βίαιο θάνατο (Ματθ. 27, 5).

Ὁ Ἀνανίας καὶ ἡ Σαπφείρα μὲ τὸ νὰ φυλάξουν μερικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν, τιμωροῦνται μὲ θάνατο ἀπὸ τὸ ἀποστολικὸ στόμα (Πραξ. 5, 1-10).

Ὁ μέγας Μωυσῆς στὸ Δευτερονόμιο παραγγέλει μὲ μυστικὸ τρόπο
σ' ἐκείνους ποὺ ὑπόσχονται νὰ ἀποταχθοῦν καὶ νὰ φύγουν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἀπὸ φόβο ἀπιστίας πάλι κρατιοῦνται ἀπὸ τὰ γήινα πράγματα: «Ἂν εἶναι κανεὶς φοβιτσιάρης καὶ δειλὸς νὰ μὴ βγεῖ στὸν πόλεμο, ἀλλὰ νὰ πάει σπίτι του καὶ νὰ καθίσει, μὴ τυχὸν κάνει καὶ τοὺς ἀδελφούς του νὰ φοβηθοῦν καὶ αὐτοὶ» (Δευτ. 20, 8).

Ὑπάρχει ἄλλη πιὸ σίγουρη καὶ καθαρὴ μαρτυρία; Δὲν μαθαίνομε ἀπ' αὐτὰ ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ἀπαρνοῦνται τὸν κόσμο, πρέπει τελείως νὰ τὰ ἀπαρνοῦνται ὅλα κι ἔτσι νὰ βγαίνουν στὸν πόλεμο, καὶ ὄχι μὲ τὸ νὰ κάνουν ἀρχὴ νωθρὴ καὶ διεφθαρμένη, νὰ ἀπομακρύνουν τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ τελειότητα καὶ νὰ τοὺς φέρνουν σὲ δειλία; Αὐτὸ ποὺ λέει καλῶς ἡ θεία Γραφή: «Φέρνει μακαριότητα πιὸ πολὺ τὸ νὰ δίνεις παρὰ τὸ νὰ παίρνεις» (Πραξ. 20, 35), τὸ ἑρμηνεύουν κακῶς, καθὼς βιάζονται πρὸς ἐξαπάτησή τους καὶ πρὸς τὴν ἐπιθυμία τῆς φιλαργυρίας, παρεξηγώντας τὴν ἔννοια τοῦ ρητοῦ καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου ποὺ λέει: «Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου, καὶ δῶστα στοὺς φτωχοὺς καὶ θ' ἀποκτήσεις θησαυρὸ στὸν οὐρανό, καὶ ἔλα ἀκολούθησέ με» (Ματθ. 19, 21). Καὶ ἔτσι συμπεραίνουν ὅτι ἀπὸ τὴν ἀκτημοσύνη εἶναι ἀνώτερο τὸ νὰ ἐξουσιάζουν τὸν πλοῦτο τους καὶ ἀπὸ αὐτὸν νὰ δίνουν σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη.

Ἂς μάθουν αὐτοὶ ὅτι δὲν ἀπαρνήθηκαν ἀκόμα τὸν κόσμο, οὔτε ἔφτασαν τὴν μοναχικὴ τελειότητα, ἀφοῦ ντρέπονται νὰ γίνουν φτωχοὶ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ μὲ τὴν ἐργασία τῶν χεριῶν τους νὰ συντηροῦν καὶ τὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ ἐξυπηρετοῦν καὶ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη (Πραξ. 20, 34) καὶ μὲ ἔργα νὰ ἐκπληρώσουν τὴν μοναχικὴ ὑπόσχεση καὶ νὰ δοξαστοῦν μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο. Καὶ ἀφοῦ διασκορπίσουν τὸν παλιὸ πλοῦτο, νὰ ἀγωνίζονται μαζὶ μὲ τὸν Παῦλο μὲ πείνα καὶ δίψα, μὲ κρύο καὶ γύμνια τὸν καλὸ ἀγώνα (Β΄Τιμ. 4,7). Γιατί ἂν γνώριζε ὁ Ἀπόστολος ὅτι ὁ παλιός του πλοῦτος ἦταν πιὸ χρήσιμος γιὰ τὴν τελειοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, δὲν θὰ τὸν περιφρονοῦσε, ἀφοῦ ἦταν καὶ διακεκριμένος Ρωμαῖος πολίτης (Πραξ. 22,25). Ἀλλὰ καὶ οἱ χριστιανοὶ τῶν Ἱεροσολύμων πουλοῦσαν τὰ σπίτια καὶ τὰ χωριάφια τους καὶ ἔβαζαν τὸ ἀντίτιμο καταγῆς κοντὰ στὰ πόδια τῶν Ἀποστόλων (Πραξ. 4,34). Δὲν θὰ τὸ ἔκαναν αὐτὸ ἂν γνώριζαν ὅτι οἱ Ἀπόστολοι θεωροῦσαν καλύτερο νὰ τρέφονται ἀπὸ τὰ δικά τους χρήματα καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν προσωπικό τους κόπο καὶ ἀπὸ τὶς προσφορὲς τῶν ἐθνικῶν. Ἀκόμα πιὸ καθαρὰ διδάσκει γι' αὐτὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μ' ἐκεῖνα ποὺ γράφει πρὸς τοὺς Ρωμαίους: «Τώρα πηγαίνω στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ διακονήσω τοὺς ἁγίους... Τὸ θέλησαν νὰ τοὺς βοηθήσουν, ἀλλὰ ἦταν καὶ ὀφειλέτες τους»(Ρωμ. 15, 27). Καὶ ὁ ἴδιος, καθὼς ἦταν σὲ δεσμὰ καὶ φυλακὲς πολλὲς φορὲς καὶ ταλαιπωρημένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία, πράγμα ποὺ τὸν ἐμπόδιζε νὰ ἐργάζεται ὅπως συνήθιζε μὲ τὰ χέρια του γιὰ νὰ προμηθεύεται τὰ ἀναγκαῖα, διδάσκει ὅτι αὐτὰ τὰ πῆρε ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὴ Μακεδονία, λέγοντας: «Τὸ ὑστέρημά μου τὸ συμπλήρωσαν οἱ ἀδελφοὶ ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὴ Μακεδονία» (Β΄ Κορ. 11,9). Καὶ πρὸς τοὺς Φιλιππησίους γράφει: «Ξέρετε καὶ σεῖς, Φιληππήσιοι, ὅτι ἀφοῦ ἀναχώρησα ἀπὸ τὴν Μακεδονία, καμία ἄλλη ἐκκλησία δὲν μὲ βοήθησε, παρὰ μόνο σεῖς, γιατί καὶ στὴ Θεσσαλονίκη καὶ μία καὶ δύο φορές μοῦ στείλατε τὰ ἀναγκαῖα (Φιλ. 4, 15)». Ἂς εἶναι λοιπὸν καὶ αὐτοὶ κατὰ τὴν γνώμη τῶν φιλαργύρων πιὸ εὐτυχεῖς ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο ἐπειδὴ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά τους τοῦ χορήγησαν τὰ ἀναγκαῖα. Ἀλλὰ δὲν θὰ φτάσει κανεὶς σὲ μία τόσο μεγάλη ἀνοησία, νὰ τὸ πεῖ αὐτό.

Ἂν λοιπὸν θέλομε νὰ ἀκολουθήσομε τὴν εὐαγγελικὴ ἐντολὴ καὶ ὅλη ἐκείνη τὴν Ἐκκλησία τὴν θεμελιωμένη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ πάνω στοὺς Ἀποστόλους, νὰ μὴ στηριζόμαστε στὶς ὑποκειμενικὲς γνῶμες μας, οὔτε ὅσα ἔχουν καλὰ εἰπωθεῖ νὰ τὰ ἐξηγήσομε ἄσχημα. Ἀλλά, ἀφοῦ πετάξομε μακριὰ τὴ χλιαρὴ καὶ ἄπιστη γνώμη μας, νὰ ἐντυπώσομε καλὰ στὸ νοῦ μας τὴν ἀκρίβεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι θὰ μπορέσομε νὰ ἀκολουθήσομε καὶ τὰ ἴχνη τῶν Πατέρων καὶ ποτὲ νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ κοινοβίου καὶ τὸν κόσμο τοῦτο νὰ τὸν ἀπαρνηθοῦμε ἀληθινά. Καλὸ εἶναι λοιπὸν καὶ ἐδῶ νὰ θυμηθοῦμε τὸν λόγο κάποιου ἁγίου. Ὁ ἅγιος Βασίλειος, λοιπόν, ὁ ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, σὲ κάποιον συγκλητικὸ ποὺ ἀπαρνήθηκε μὲ χλιαρότητα τὸν κόσμο καὶ κράτησε μερικὰ ἀπὸ τὰ χρήματά του, λέγεται ὅτι τοῦ εἶπε ἕνα τέτοιο λόγο: Καὶ τὸν συγκλητικὸ ἔχασες καὶ μοναχὸς δὲν ἔγινες».

Πρέπει λοιπὸν μὲ κάθε ἐπιμέλεια νὰ ξεριζώνομε ἀπὸ τὴν ψυχή μας τὴ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν, ποὺ εἶναι ἡ φιλαργυρία, γνωρίζοντας καλὰ ὅτι ὅταν μένει ἡ ρίζα, εὔκολα φυτρώνουν τὰ κλαδιά. Ἀλλὰ τὴν ἀρετὴ αὐτὴ εἶναι δύσκολο νὰ τὴν κατορθώσομε ἂν δὲν μένομε σὲ κοινόβιο. Γιατί στὸ κοινόβιο δὲν ἔχομε φροντίδα οὔτε γιὰ τὶς ἀπαραίτητες ἀνάγκες μας. Ἔχονας ἐμπρὸς μας στὰ μάτια μας, τὴν καταδίκη τοῦ Ἀνανία καὶ τῆς Σαπφείρας, νὰ μᾶς πιάνει φρίκη ἂν θέλομε νὰ ἀφήσομε τίποτε στὰ χέρια μας ἀπὸ τὴν παλιὰ περιουσία μας. Ἐπίσης ἂς φοβηθοῦμε τὸ παράδειγμα τοῦ Γιεζῆ, ὁ ὁποῖος ἐξαιτίας τῆς φιλαργυρίας τοῦ παραδόθηκε σὲ αἰώνια λέπρα, κι ἂς φυλαχτοῦμε μήπως μαζέψομε γιὰ τοὺς ἑαυτοὺς μας χρήματα τὰ ὁποῖα οὔτε στὸν κόσμο εἴχαμε. Κι ἀκόμη ἔχοντας στὸ νοῦ μας τὸ κρέμασμα τοῦ Ἰούδα, ἂς φοβηθοῦμε νὰ πάρουμε πίσω κάτι ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ καταφρονήσαμε ὅταν γίναμε μοναχοί. Πάνω ἀπ' ὅλα, ἂς ἔχομε πάντοτε ἐμπρὸς μας τὴν ἀδηλότητα τοῦ θανάτου, μήπως σὲ ὥρα ποὺ δὲν περιμένομε ἔρθει ὁ Κύριός μας (Ματθ. 24,44) καὶ βρεῖ λερωμένη τὴ συνείδησή μας ἀπὸ φιλαργυρία καὶ μᾶς πεῖ ἐκεῖνα ποὺ εἶπε στὸ Εὐαγγέλιο πρὸς τὸν πλούσιο ἐκεῖνο: «Ἀνόητε, αὐτὴ τὴ νύχτα ἀπαιτοῦν ἀπὸ σένα τὴ ψυχή σου· σὲ ποιὸν θὰ πᾶνε αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασες (Λουκ. 12,20);
Περὶ τῶν 8 λογισμῶν, Περὶ τῆς ὀργῆς
 
Ἅγιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος

Τέταρτος ἀγώνας εἶναι ἐμπρὸς μας ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς ὀργῆς. Καὶ εἶναι ἀνάγκη, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὸ θανατηφόρο δηλητήριο τῆς ὀργῆς νὰ τὸ κόψομε ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μας. Γιατί ὅσο τὸ πονηρὸ τοῦτο πνεῦμα κάθεται στὴν καρδιά μας καὶ τυφλώνει μὲ τὶς σκοτεινὲς ἀναταραχὲς τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς μας, οὔτε τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς μας μποροῦμε νὰ διακρίνομε, οὔτε νὰ φτάσομε ποτὲ τὴν πνευματικὴ γνώση, οὔτε τὴν τελειότητα ἀγαθῆς σκέψεως νὰ πάρομε στὴν κατοχή μας, οὔτε νὰ γίνομε μέτοχοι τῆς ἀληθινῆς πνευματικῆς ζωῆς, οὔτε τὸ θεῖο καὶ ἀληθινὸ φῶς μπορεῖ νὰ δεχτεῖ ὁ νοῦς μας· γιατί λέει ἡ Γραφή: «Ταράχθηκαν τὰ μάτια μου ἀπὸ τὸ θυμὸ» (36). Οὔτε θὰ γίνομε μέτοχοι τῆς θείας σοφίας, καὶ ἂν ἀκόμη οἱ ἄλλοι μᾶς νομίζουν γιὰ πολὺ σοφούς, γιατί εἶναι γραμμένο: «Στὸν κόρφο τῶν ἀνοήτων ἀναπαύεται ὁ θυμὸς» (Ἐκκλ. 7,9). Ἀλλὰ οὔτε καὶ τὶς σωτήριες σκέψεις τῆς διακρίσεως μποροῦμε νὰ ἀποκτήσομε καὶ ἂν ἀκόμη οἱ ἄνθρωποί μας νομίζουν γιὰ φρόνιμους, γιατί εἶναι γραμμένο: «Ἡ ὀργὴ καταστρέφει καὶ τοὺς φρόνιμους» (Παρροιμ. 15,1). Ἀλλὰ οὔτε θὰ μπορέσομε νὰ ἀποδώσομε τὸ δίκαιο μὲ προσεκτικὴ καὶ νηφάλια καρδιά, καθὼς εἶναι γραμμένο: «Ὁ θυμὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν πραγματοποιεῖ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ» (Ἰακ. 1,20). οὔτε τὴν κοσμιότητα καὶ σεμνότητα ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὴν ἐπαινοῦν μποροῦμε νὰ ἀποκτήσομε, γιατί εἶναι γραμμένο: «Ἄνθρωπος ποὺ θυμώνει δὲν εἶναι κόσμιος» (Παροιμ. 11, 25). Ὅποιος λοιπὸν θέλει νὰ φτάσει τὴν τελειότητα καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ἀγωνιστεῖ νόμιμα τὸν πνευματικὸ ἀγώνα, ἂς εἶναι ξένος ἀπὸ τὸ ἐλάττωμα τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ, καὶ ἂς ἀκούει τί παραγγέλει τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, ὁ ἀπ. Παῦλος: «Κάθε ἔχθρα καὶ ὀργὴ καὶ θυμὸς καὶ κραυγὴ καὶ βλασφημία, ἂς φύγει ἀπὸ σᾶς μαζὶ μὲ κάθε κακία» (Ἐφες. 4,31). Λέγοντας τὴ λέξη «κάθε», δὲ μᾶς ἄφησε καμία πρόφαση θυμοῦ οὔτε σὰν ἀναγκαία, οὔτε σὰν εὔλογη. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ διορθώσει τὸν ἀδελφό του ὅταν ἁμαρτάνει ἢ νὰ τοῦ βάλει ἐπιτίμιο, ἂς φροντίζει νὰ παραμένει ἀτάραχος, μήπως θέλοντας νὰ θεραπεύσει ἄλλον, ἀρρωστήσει ὁ ἴδιος καὶ ἀκούσει τὰ εὐαγγελικὰ λόγια: «Γιατρέ, θεράπευσε πρῶτα τὸν ἑαυτό σου» (Λουκ. 4, 23). Καὶ πάλι: «Γιατί βλέπεις τὸ ἄχυρο στὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ δὲν παρατηρεῖς τὸ δοκάρι μέσα στὸ δικό σου μάτι;» (Ματθ. 7, 3). Γιατί ἂν ἀπὸ ὁποιαδήποτε αἰτία ἡ κίνηση τῆς ὀργῆς θερμανθεῖ πολύ, τυφλώνει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς καὶ δὲν τὴν ἀφήνει νὰ δεῖ τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Ὅπως ἐκεῖνος ποὺ βάζει πάνω στὰ μάτια τοῦ χρυσὰ καλλύματα ἢ μολύβδινα, ἐμποδίζει ἐξίσου τὴν ὅραση καὶ καμιὰ διαφορὰ δὲν προκαλεῖ στὴ τύφλωση ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ, ἔτσι ἀπὸ ὁποιαδήποτε αἰτία, εὔλογη δῆθεν ἢ παράλογη, καὶ ἂν ἀνάψει ἡ ὀργή, σκοτίζεται ἡ πνευματικὴ ὅραση.

Τότε μόνο χρησιμοποιοῦμε κατὰ φύση τὸ θυμό, ὅταν τὸν στρέφομε ἐναντίον τῶν ἐμπαθῶν καὶ φιλήδονων λογισμῶν. Ἔτσι διδάσκει καὶ ὁ προφήτης: «Νὰ ὀργίζεστε καὶ νὰ μὴν ἁμαρτάνετε». δηλαδὴ νὰ ὀργίζεστε κατὰ τῶν παθῶν σας καὶ τῶν πονηρῶν λογισμῶν, καὶ μὴν ἁμαρτάνετε ἐκτελώντας ὅσα αὐτοὶ σᾶς ὑπαγορεύουν. Κι αὐτὸ θέλει νὰ πεῖ καὶ ἡ συνέχεια: «Γιὰ ὅσα λέτε μέσα στὶς καρδιές σας, πάνω στὸ κρεβάτι σας νὰ κατανύγεστε» (Ψαλμ. 4, 5), δηλαδὴ ὅταν ἔρθουν στὴν καρδιά σας οἱ πονηροὶ λογισμοί, ἀφοῦ τοὺς διώξετε μὲ τὴν ὀργή, τότε εὑρισκόμενοι στὴν ἡσυχία τῆς ψυχῆς σὰν σὲ κάποιο κρεβάτι, μετανοεῖτε μὲ κατάνυξη. Συμφωνεῖ σ' αὐτὸ κι ὁ μακάριος Παῦλος, ποὺ ἀνέφερε αὐτὸν τὸν στίχο καὶ πρόσθεσε: «Ὁ ἥλιος νὰ μὴν βασιλεύει ἀφήνοντάς σας θυμωμένους, οὔτε νὰ δίνετε τόπο στὸ διάβολο» (Ἐφες. 4, 27), δηλ. μὴ διαθέτετε ἔτσι τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, παροργίζοντάς Τον μὲ τὴ συγκατάθεσή σας στοὺς κακοὺς λογισμούς, ὥστε νὰ δύει στὶς καρδιές σας καὶ νὰ φεύγει, γιὰ νὰ μὴ βρίσκει τόπο ὁ διάβολος μὲ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ. Γι' αὐτὸν τὸν ἥλιο λέει καὶ ὁ Θεὸς διὰ μέσου τοῦ προφήτη: «Θ' ἀνατείλει ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ τὰ φτερά του θὰ φέρουν τὴν θεραπεία» (Μαλ. 4, 2). Ἂν πάλι ἐννοήσομε τὸ ρητὸ κατὰ γράμμα, οὔτε μέχρι τὴ δύση τοῦ ἡλίου δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διατηροῦμε τὴν ὀργή.

Τί λοιπὸν θὰ ποῦμε γι' αὐτά, ἐμεῖς ὅπου ἀπὸ ἀγριότητα καὶ μανία τῆς ἐμπαθοῦς ψυχικῆς καταστάσεώς μας, ὄχι μόνο μέχρι τὴν δύση τοῦ ἡλίου διατηροῦμε τὴν ὀργή, ἀλλὰ καὶ γιὰ πολλὲς μέρες τὴν κρατᾶμε; Καὶ δὲ μιλᾶμε ἐκφράζοντας τὴν ὀργὴ μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ τὴν σιωπὴ μεταξύ μας αὐξάνομε τὸ δηλητήριο τῆς μνησικακίας γιὰ ψυχικὴ καταστροφή μας. Καὶ δὲν γνωρίζομε ὅτι πρέπει ὄχι μόνο νὰ ἀπέχομε ἀπὸ τὴν ἐνεργητικὴ ὀργή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν κατὰ διάνοια, γιὰ νὰ μὴ σκοτεινιάσει ὁ νοῦς μας ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς μνησικακίας καὶ ξεπέσει ἀπὸ τὸ φῶς τῆς πνευματικῆς γνώσεως καὶ τῆς διακρίσεως, καὶ στερηθεῖ τὴν κατοίκηση μέσα του τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος στὰ Εὐαγγέλια παραγγέλει νὰ ἀφήνομε τὸ δῶρο μας στὸ θυσιαστήριο καὶ νὰ μονιάζομε πρῶτα μὲ τὸν ἀδελφό μας (Ματθ. 5, 23), γιατί δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γίνει εὐπρόσδεκτο, ἂν διατηροῦμε μέσα μας θυμὸ καὶ μνησικακία. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀπόστολος τὸ ἴδιο μᾶς διδάσκει, λέγοντας: «Νὰ προσεύχεστε ἀδιάλειπτα» (Α΄ Θεσ. 5, 17), καὶ «σὲ κάθε τόπο νὰ ὑψώνετε σὲ προσευχὴ ὅσια χέρια, χωρὶς ὀργὴ καὶ λογισμοὺς ἀπιστίας» (Α΄ Τιμ. 2, 8). Δὲν μένει λοιπόν, παρὰ ἢ νὰ μὴν προσευχόμαστε ποτέ, ὁπότε εἴμαστε ὑπεύθυνοι στὴν ἀποστολικὴ παραγγελία, ἢ νὰ φροντίζομε νὰ τηροῦμε τὴ διαταγὴ καὶ νὰ προσευχόμαστε χωρὶς ὀργὴ καὶ μνησικακία. Καὶ ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς ἂν λυπηθοῦν ἢ ταραχθοῦν οἱ ἀδελφοί, ἀδιαφοροῦμε λέγοντας ὅτι δὲν λυπήθηκαν ἐξαιτίας μας, ὁ Γιατρὸς τῶν ψυχῶν, θέλοντας νὰ ξεριζώσει τὶς προφάσεις, παραγγέλει νὰ ἀφήσομε τὸ δῶρο καὶ νὰ συνδιαλλαγοῦμε ὄχι μόνο ἂν εἴμαστε ἐμεῖς λυπημένοι κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ μας, ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὸς εἶναι λυπημένος ἐναντίον μας δίκαια ἢ ἄδικα, νὰ τὸν θεραπεύομε δίνοντας ἐξηγήσεις, καὶ τότε νὰ προσφέρομε τὸ δῶρο μας. Ἀλλὰ γιατί νὰ διατρίβομε πολὺ στὰ εὐαγγελικὰ παραγγέλματα ἀφοῦ καὶ ἀπὸ τὸν παλαιὸ νόμο μποροῦμε νὰ μάθομε, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ θεωρεῖται πιὸ συγκαταβατικός, λέει: «Μὴ νιώσεις μέσα σου μίσος γιὰ τὸν ἀδελφό σου» (Λευϊτ. 2, 8), καὶ ἀλλοῦ λέει: «Ὁ δρόμος τοῦ μνησίκακου ὁδηγεῖ στὸ θάνατο» (Παροιμ. 12, 28). Καὶ ἐδῶ ὄχι μόνον τὴν ἐνεργητικὴ μνησικακία τιμωρεῖ, ἀλλὰ καὶ τὴν κατὰ διάνοια.

Πρέπει λοιπὸν σύμφωνα μὲ τοὺς θείους νόμους, νὰ ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλη τὴ δύναμή μας ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς ὀργῆς καὶ τῆς ἀρρώστιας ποὺ ἔχομε μέσα μας. καὶ ὄχι, ἐπειδὴ στρέφομε τὸ θυμὸ ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, νὰ ἐπιδιώκομε τὴν ἐρημία καὶ τὴν ἀπομόνωση, γιατί δῆθεν ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν ἀφορμὲς νὰ μᾶς παρακινοῦν στὴν ὀργή, καὶ στὴ μόνωση θὰ κατορθώσομε εὔκολα τὴν ἀρετὴ τῆς μακροθυμίας. Ἐπειδὴ εἴμαστε ὑπερήφανοι καὶ δὲν θέλομε νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ ἀποδίδομε στὴ δική μας ἀμέλεια τὶς ἀφορμὲς τῆς ταραχῆς, ἐπιθυμοῦμε νὰ χωριστοῦμε ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας. Ἐνόσω λοιπὸν ἀποδίδομε στοὺς ἄλλους τὶς ἀφορμὲς τῆς ἀσθένειάς μας, εἶναι ἀδύνατο νὰ φτάσομε τὴν τελειότητα τῆς μακροθυμίας.

Τὸ κυριότερο λοιπὸν μέρος τῆς διορθώσεώς μας καὶ τῆς εἰρήνης μας δὲν κατορθώνεται ἀπὸ τὴ μακροθυμία τῶν ἄλλων ἀπέναντί μας ἀλλὰ ἀπὸ τὴ δική μας ἀνεξικακία πρὸς τοὺς ἄλλους. Ὅταν ὅμως, ἀποφεύγοντας τὸν ἀγώνα τῆς μακροθυμίας, ἐπιδιώκομε τὴν ἔρημο καὶ τὴν μόνωση, τότε, ὅσα πάθη φέρνομε ἀθεράπευτα ἐκεῖ, εἶναι κρυμμένα μέσα μας καὶ δὲν χάθηκαν. Ἐπειδὴ ἡ ἐρημία καὶ ἡ ἀναχώρηση σὲ ὅσους δὲν ἔχουν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ πάθη τους, ξέρει ὄχι μόνον νὰ τὰ διατηρεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ σκεπάζει. καὶ οὔτε ἐπιτρέπει νὰ αἰσθάνονται σὲ ποιὸ πάθος νικιοῦνται. Ἀπεναντίας ἡ ἔρημος ὑποβάλλει σ' αὐτοὺς νὰ φαντάζονται ὅτι ἀπόκτησαν ἀρετὴ καὶ τοὺς πείθει νὰ πιστεύουν ὅτι κατόρθωσαν τὴ μακροθυμία καὶ τὴν ταπείνωση, ὅσο δὲν εἶναι παρὼν κάποιος ποὺ νὰ τοὺς ἐρεθίζει καὶ νὰ τοὺς φέρνει σὲ δοκιμασία. Καὶ ὅταν τύχει ἀφορμὴ θυμοῦ ποὺ τοὺς προκαλεῖ καὶ τοὺς δοκιμάζει, ἀμέσως τὰ πάθη ποὺ βρίσκονται μέσα ἀποθηκευμένα καὶ λανθάνοντα, σὰν ἄλογα χωρὶς χαλινάρι ξεπηδοῦν ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ ἡσύχαζαν, θρεμμένα ἀπὸ τὴν μακρὰ ἡσυχία καὶ ἀργία, καὶ μὲ μεγαλύτερη σφοδρότητα καὶ ἀγριότητα σύρουν στὸν ὄλεθρο τὸν ἄνθρωπο ποὺ κάθεται πάνω σ' αὐτά. Γιατί περισσότερο ἐξαγριώνονται τὰ πάθη ὅταν στεροῦνται τὴ δοκιμασία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν σκιὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ μακροθυμίας, τὴν ὁποία φαινομενικὰ νομίζομε, ὅταν εἴμαστε μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς, ὅτι εἴχαμε, τὴ χάνομε ἀπὸ τὴν ἀμέλεια τῆς ἐκγυμνάσεως καὶ τῆς ἀπομονώσεως. Ὅπως τὰ φαρμακερὰ φίδια στὴν ἐρημιὰ ποὺ ἡσυχάζουν στὴ φωλιά τους, τότε δείχνουν τὴ μανία τους, ὅταν τὰ πλησιάσει κανείς, ἔτσι καὶ οἱ ἐμπαθεῖς ἄνθρωποι ποὺ ἡσυχάζουν ὄχι λόγω τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ ἀναγκαστικὰ ἐξαιτίας τῆς ἐρημιᾶς, τότε χύνουν τὸ δηλητήριό τους, ὅταν ἁρπάξουν κάποιον ποὺ τοὺς πλησιάζει καὶ τοὺς ἐρεθίζει. Καὶ γι' αὐτὸ πρέπει ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιζητοῦν τὴν τελειότητα τῆς πραότητας, νὰ φροντίζουν ὅσο μποροῦν περισσότερο, ὄχι μόνο ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων νὰ μὴν ὀργίζονται, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐναντίον τῶν ζώων, οὔτε κατὰ τῶν ἀψύχων. Γιατί θυμοῦμαι, ὅταν ἤμουν στὴν ἔρημο θύμωσα ἐναντίον καλαμιοῦ ποὺ δὲν μοῦ ἄρεσε τὸ πάχος ἢ ἡ λεπτότητά του. Ἐπίσης θύμωσα καὶ ἐναντίον ξύλου ποὺ δὲν μπόρεσα νὰ τὸ κόψω ἀμέσως. Ἐπίσης καὶ ἐναντίον πέτρας ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ βγάζουν φωτιά, ὅταν προσπάθησα νὰ βγάλω φωτιὰ καὶ δὲν ἔβγαλε γρήγορα. Ἔτσι εἶχε δυναμώσει ἡ ὀργή, ὥστε νὰ στρέφεται καὶ κατὰ τῶν ἀναισθήτων πραγμάτων.

Ἂν λοιπὸν ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐπιτύχομε τὸ μακαρισμὸ τοῦ Κυρίου, ὄχι μόνον τὴν ἐνεργητικὴ ὀργή, ὅπως εἴπαμε, ἀλλὰ καὶ τὴν κατὰ διάνοια πρέπει νὰ ἐμποδίσομε. Γιατί δὲν ὠφελεῖ τόσο πολὺ νὰ συγκρατοῦμε τὸ στόμα μας στὸ καιρὸ τοῦ θυμοῦ νὰ μὴ λέει λόγια μανιασμένα, ὅσο νὰ καθαρίζομε τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὴν μνησικακία καὶ νὰ μὴ στριφογυρίζομε μέσα στὸ μυαλὸ μας πονηροὺς λογισμοὺς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ. Γιατί ἡ εὐαγγελικὴ διδασκαλία παραγγέλει νὰ κόβομε τὶς ρίζες τῶν ἁμαρτημάτων, παρὰ τοὺς καρπούς. ἐπειδὴ ὅταν κοπεῖ ἡ ρίζα τοῦ θυμοῦ ἀπὸ τὴν καρδιά, οὔτε μίσος οὔτε φθόνος προχωρεῖ σὲ ἔργο. Ὅποιος μισεῖ τὸν ἀδελφό του, ἔχει ὀνομαστεῖ ἀνθρωποκτόνος (Α’ Ἰω. 3, 15), ποὺ φονεύει αὐτὸν μὲ τὴν διάθεση τοῦ μίσους κατὰ διάνοια· αὐτοῦ τὸ αἷμα δὲν τὸ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ δὲν χύθηκε μὲ χτύπημα ξίφους· ἀλλὰ ὅτι κατὰ διάνοια καὶ κατὰ διάθεση φονεύτηκε, τὸ βλέπει ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ὄχι μόνο γιὰ τὶς πράξεις, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς προαιρέσεις ἀποδίδει στὸν καθένα στεφάνια ἢ τιμωρίες, καθὼς λέει ὁ Ἴδιος διὰ μέσου τοῦ προφήτη: «Ἰδού, ἔρχομαι γιὰ νὰ συγκεντρώσω τὰ ἔργα καὶ τὶς σκέψεις τους» (Σ. Σειρ. 35, 22). Καὶ πάλι, ὁ Ἀπόστολος λέει: «Ὅταν οἱ λογισμοὶ τοὺς κατηγοροῦν ἀναμεταξύ τους ἢ καὶ ἀπολογοῦνται, κατὰ τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ Θεὸς θὰ κρίνει τὰ κρυφὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων» (Ρωμ. 2, 15). Αὐτὸς ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος διδάσκει νὰ ἀποβάλλομε κάθε ὀργὴ καὶ λέει στὰ Εὐαγγέλια: «Ὅποιος ὀργίζεται κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του, θὰ εἶναι ἔνοχος στὸ δικαστήριο» (Ματθ. 5, 22). Τὰ ἀκριβῆ ἀντίγραφα (τοῦ Εὐαγγελίου) ἔτσι περιέχουν αὐτὸ τὸ χωρίο. Γιατί ἡ λέξη «εἰκῆ» δηλ. χωρὶς λόγο, εἶναι μεταγενέστερη προσθήκη. κι αὐτὸ εἶναι φανερὸ καὶ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς Γραφῆς. Ἐπειδὴ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου εἶναι νὰ κόβομε μὲ κάθε τρόπο τὴ ρίζα καὶ τὸ σπινθήρα τῆς ὀργῆς καὶ νὰ μὴν κρατᾶμε καμιὰ πρόφαση ὀργῆς· μήπως θυμώνοντας στὴν ἀρχὴ εὔλογα τάχα, ὕστερα πέσομε στὴ μανία τοῦ παράλογου θυμοῦ.

Ἡ τέλεια θεραπεία τῆς ἀσθένειας τῆς ὀργῆς εἶναι αὐτή: νὰ πιστέψομε ὅτι οὔτε γιὰ δίκαιες οὔτε γιὰ ἄδικες ἀφορμὲς ἐπιτρέπεται ποτὲ νὰ θυμώνομε. Ἐπειδὴ ὅταν ἡ ὀργὴ σκοτίσει τὴ διάνοια, οὔτε διάκριση, οὔτε σωστὴ σκέψη, οὔτε δικαιοσύνη θὰ βρεθεῖ μέσα μας· οὔτε καὶ ναὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος μπορεῖ νὰ γίνει ἡ ψυχή μας, ἀλλὰ θὰ μᾶς κατακυριεύσει τὸ πνεῦμα τῆς ὀργῆς σκοτίζοντας τὴ διάνοιά μας. Τελευταῖο ἀπ' ὅλα, πρέπει νὰ ἔχομε ἐμπρὸς στὰ μάτια μας κάθε ἡμέρα, τὴν ἀβεβαιότητα τῆς ὥρας τοῦ θανάτου μας, κι ἔτσι νὰ φυλαγόμαστε ἀπὸ τὴν ὀργή. Καὶ ἂς γνωρίζομε ὅτι οὔτε ἡ σωφροσύνη, οὔτε ἡ ἀπάρνηση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, οὔτε οἱ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες θὰ μᾶς ὠφελήσουν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, ἂν βρεθοῦμε ἔνοχοι ἐπειδὴ κατεχόμαστε ἀπὸ ὀργὴ καὶ μίσος.