ΜΗΝΥΜΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΤΡΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΤΡΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Ἐνορία καὶ Εὐχαριστία
 
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐμπειρία στόν Δυτικὸ Κόσμο

Ἡ Ἐνορία κατέχει σήμερα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μία σημασία πολὺ μεγαλύτερη ἀπ᾿ ὅση κατεῖχε σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐποχὴ στὴ διάρκεια τῶν δεκαέξι τελευταίων αἰώνων. Ποτὲ ἄλλοτε, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς μεταστροφῆς στὸ Χριστιανισμὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, δὲν εἶχε τὸ τοπικὸ Εὐχαριστιακὸ κέντρο τόση μεγάλη σπουδαιότητα στὴ ζωὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅση ἔχει σήμερα.

Ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας; Ποιὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς καὶ χαρακτηριστικός της ρόλος τὸν ὁποῖο κανεὶς ἄλλος καὶ τίποτε ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπληρώσει; Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πετυχαίνει ἡ Ἐκκλησία καὶ ποῦ δὲν μποροῦν νὰ τὸ πετύχουν οὔτε οἱ ἐθνικὲς συναθροίσεις, οὔτε οἱ λέσχες νεότητος οὔτε τὰ σπίτια στοργῆς;

Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι παρὰ μόνο μία: ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει γιὰ νὰ μᾶς φέρει σωτηρία ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· νὰ μᾶς φέρει σωτηρία ὄχι μὲ κάποιο ἀφηρημένο ἢ θεωρητικὸ τρόπο - ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ ἕνα ὁποιοδήποτε φιλοσοφικὸ σύστημα ἡ ἰδεολογία - ἀλλὰ μὲ συγκεκριμένη καὶ ὁρατὴ μορφή, διὰ τῆς τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἰδοὺ ὁ μοναδικὸς καὶ χαρακτηριστικὸς ρόλος τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ μόνο Ἐκείνη μπορεῖ νὰ ἐπιτελέσει: νὰ προσφέρει τὴ θεία Εὐχαριστία. Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι ποὺ δημιουργεῖ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐπιβάλλεται ἔξωθεν μὲ τὴν ἰσχὺ ἢ τὴ βία, ἀλλὰ πραγματοποιεῖται ἔσωθεν μὲ τὴν τέλεση τῆς Κοινωνίας μὲ τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι κάποιο κοινωνιολογικὸ κατασκεύασμα ἀλλὰ ἕνας εὐχαριστιακὸς ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος ἀποκτᾶ ὀντότητα τὴν ὥρα ποὺ ἐπικαλεῖται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργήσει πάνω στὰ τίμια δῶρα. Αὐτὴ ἡ εὐχαριστιακὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει προσδιοριστεῖ μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας λίγα χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τῶν Ἀποστόλων.

Ἡ Θεία Λειτουργία, ὅμως, εἶναι κάτι ποὺ συντελεῖται μόνον ἐν τόπῳ. Μολονότι ἡ Εὐχαριστία εἶναι μία καὶ ἀπαράλλαχτη σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο, διὰ μέσου του χρόνου, ἡ Θεία Λειτουργία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ὡς συγκεκριμένη καὶ ζῶσα πραγματικότητα παρὰ μόνον μέσῳ μιᾶς ἰδιαίτερης ἱερουργίας σὲ ὁρισμένο τόπο καὶ χρόνο. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ Θεία Εὐχαριστία - ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς Ἐκκλησίας - βρίσκει τὴν ὁρατὴ πραγμάτωσή της μόνον ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς τοπικῆς ἐνορίας ἢ τῆς τοπικῆς Μονῆς. Ὅταν λοιπὸν κάνουμε λόγο γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὡς εὐχαριστιακὸ ὀργανισμό, μιλοῦμε γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας κάθε Κυριακή σε κάθε ἐνορία. Ἡ Ἐνορία εἶναι τὸ βασικὸ εὐχαριστιακὸ «κύτταρο» χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία. Ἐπιπλέον σὲ κάθε τέλεση τῆς Εὐχαριστίας παρὼν εἶναι ὁ ὅλος Χριστός, κι ὄχι ἁπλῶς ἕνα μικρὸ τμῆμα Του, ἔτσι ὥστε ἡ τοπικὴ ἐνορία, ὅταν τελεῖ τὰ θεία Μυστήρια, δὲν ἀποτελεῖ μία μικρὴ μονάδα μέσα σ᾿ ἕνα μεγαλύτερο σύνολο, ἀλλὰ ἐκφράζει κατὰ τρόπο ὁρατὸ τὴν Μία Καθολικὴ Ἐκκλησία στὴν ὁλότητά της.

Πέραν ἀπὸ τὴν τοπικὴ ἐνορία ποὺ συναθροίζεται στὴν Θεία Λειτουργία, κάθε τί ποὺ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ λέμε γιὰ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Τριαδικὴ Βασιλεία τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη, τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ μεταμόρφωση τῆς Κοινωνίας ἀπὸ μία ἀπρόσωπη αἰχμαλωσία σὲ ἐλεύθερη κοινωνία προσώπων, ὅ,τι κι ἂν λέμε, δὲν ἀποτελεῖ στὴν καλύτερη περίπτωση, παρὰ μόνο μιὰ ἀφηρημένη ἔννοια, τὸ πολὺ ἕνα ἀφελῆ ἰδεαλισμὸ καὶ συναισθηματικὸ οὐτοπισμό. Μόνον μέσα στὴν Ἐνορία ὑπάρχει δυναμικὴ ἀπόδειξη, ἱστορικὴ πραγμάτωση, ἀληθινὴ ἐλπίδα. Ὅπως ὀρθὰ ἔχει λεχθεῖ, μόνο ἡ ζωὴ τῆς Ἐνορίας μπορεῖ νὰ δώσει ἱερατικὴ διάσταση στὴν πολιτική, προφητικὸ πνεῦμα στὴν ἐπιστήμη, ἀνθρώπινο πρόσωπο στὶς οἰκονομικὲς σχέσεις καὶ μυστηριακὸ χαρακτήρα στὸν ἔρωτα. Ἐν τούτοις κάθε φορὰ ποὺ ἐξετάζουμε τὴ συγκεκριμένη ζωὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐνοριῶν μας σήμερα, εἴτε στὴν Ἑλλάδα εἴτε σ᾿ αὐτὸ ποὺ συχνὰ ἀποκαλεῖται «διασπορά», πόση ὀδυνηρὴ ἔκπληξη δὲν νιώθουμε ἀπὸ τὸ τεράστιο κενὸ ποῦ χωρίζει τὴ θεωρία ἀπὸ τὴν πράξη;

Ὁ εὐχαριστιακὸς χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο καὶ μαζί της ἢ ἐκκλησιολογικῆ σημασία τῆς τοπικῆς ἐνορίας, ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰώνα καὶ ἐντεῦθεν ἔχει χάσει σταδιακὰ ὅλο καὶ περισσότερο τὴν καθαρότητα τῆς ἓξ αἰτίας τῶν στενῶν δεσμῶν μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, Ἐκκλησίας καὶ Ἔθνους. Στὸν κόσμο τοῦ Βυζαντίου, δὲν τονιζόταν τόσο ὁ τοπικὸς εὐχαριστιακὸς χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ μᾶλλον ἡ ἐκτεινόμενη στὰ πέρατα τῆς Γῆς παγκοσμιότητά της. Πολὺ πιὸ ξεκάθαρα στὰ Σλαβικὰ Ὀρθόδοξα Βασίλεια καὶ στὸν Ἑλληνικὸ κόσμο τῆς Τουρκοκρατίας, ἡ Ἐκκλησία ἐκλαμβανόταν ἀπὸ πολιτιστικὴ καὶ μορφωτικὴ σκοπιά, ὅλο καὶ περισσότερο ὡς ἡ συνδετικὴ δύναμη ποὺ ἐξασφάλιζε ἕνα αἴσθημα ἐθνικῆς ταυτότητας. Ἐλάχιστα προβαλλόταν ἡ Ἐνορία ὡς τὸ τοπικὸ εὐχαριστιακὸ κέντρο, μολονότι ἦταν σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδό της Ἐνορίας ποὺ ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας συνέχιζε νὰ συντηρεῖται.

Οἱ μεταβαλλόμενες συνθῆκες τῆς ἐποχῆς μάς μᾶς ὁδήγησαν σὲ ριζικὴ ἐπανεκτίμηση. Σ᾿ ὅλον τὸν Ὀρθόδοξο κόσμο τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἡ παραδοσιακὴ συμμαχία μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας ἔχει προοδευτικὰ διαβρωθεῖ καὶ σὲ πολλὲς χῶρες ἀπότομα διακοπεῖ. Ἡ ἐξάπλωση τῆς ἐκκοσμικεύσεως σημαίνει ὅτι στὸ μέλλον κάποιος θὰ εἶναι Ὀρθόδοξος ὄχι διότι γεννήθηκε ἀπὸ Ἕλληνες, Σέρβους ἢ Ρώσους γονεῖς, ἀλλὰ διότι ἐλεύθερα ἐπέλεξε νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος μέσα ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ κίνηση πνευματικῆς ὁμολογίας. Χάνουμε τὰ παραδοσιακὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ στὴ σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη Πολιτεία ὁ μορφωτικὸς καὶ πολιτιστικὸς ρόλος τῆς Ἐκκλησίας σπρώχνεται ἀναπόφευκτα στὸ περιθώριο. Βεβαίως κάτι τέτοιο δὲν πρέπει νὰ τὸ δοῦμε σὰν τραγωδία ἀλλὰ μᾶλλον ὡς πρόκληση καὶ ἀκόμη ὡς εὐλογία. Ὠθούμεθα πίσω στὰ στοιχειώδη, στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ ποὺ εἶναι οὐσιῶδες, πίσω στὸ «ἑνὸς δὲ ἐστὶ χρεία» (Λουκᾶ ι´, 42) καὶ αὐτὸ τὸ ἕνα καὶ οὐσιῶδες εἶναι ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Ἀπ᾿ ὅλα ὅσα εἴπαμε, προκύπτει ὅτι ἡ τοπικὴ ἐνορία ἀνακτᾶ στὶς μέρες μας τὴν κεντρική της σημασία. Σήμερα, ὅπως κατὰ τοὺς πρώτους τρεῖς αἰῶνες τῆς Χριστιανικῆς Ἱστορίας, ἡ ζωή μας πρέπει νὰ εἶναι ἄρρηκτα δεμένη μὲ τὴν Κυριακάτικη τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας, στὸν τοπικὸ ἐνοριακό μας ναό. Ἡ ζωτικότητα τῆς Ἐκκλησίας στὸ μέλλον θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὴν ζωντάνια τῶν ἐνοριῶν μας. Θὰ χρειαστεῖ νὰ στηριχτοῦμε στὶς δικές μας δυνάμεις. Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας δὲν θὰ μπορεῖ πλέον νὰ στραφεῖ στοὺς πολιτικοὺς γιὰ βοήθεια, οἰκονομικὴ ἢ ἄλλη. ἐνῶ ὁ παπὰς τῆς ἐνορίας δὲν θὰ μπορεῖ πιὰ νὰ περιμένει ἀπὸ τὸ δάσκαλο τοῦ τοπικοῦ σχολείου ἢ τὸν τοπικὸ ἀστυφύλακα νὰ προωθήσουν τὸ ἔργο του.

Ἡ Ὀρθόδοξη ζωὴ στὴν Δύση ἔχει συνειδητοποιήσει αὐτὲς τὶς ἐξελίξεις μέσα ἀπὸ ἰδιαίτερα συγκλονιστικὲς ἐμπειρίες. Ἀποτελοῦμε μία ἐλάχιστη μειονότητα σ᾿ ἕνα ξένο περιβάλλον. Μολονότι ἀπολαμβάνουμε θρησκευτικὴ ἐλευθερία, ἡ Ἐκκλησία μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένει προνομιακὴ μεταχείριση στὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα τῶν χωρῶν ὅπου ζοῦμε· δὲν παίρνουμε καμιὰ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση ἀπὸ κυβερνήσεις, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Γερμανία, τὴ Φιλανδία καὶ τὶς Σκανδιναβικὲς χῶρες ὅπου τὸ Λουθηρανικὸ σύστημα τῆς «ἐκκλησιαστικῆς φορολογίας» ἰσχύει ἀκόμη. Προκειμένου νὰ ἐκπαιδεύσουμε τὰ παιδιά μας στὴν Ὀρθόδοξη πίστη, πρέπει νὰ ἐνεργήσουμε μόνοι μας, μέσα ἀπὸ τὴν ἐργασία τῆς τοπικῆς ἐνορίας. Γιὰ νὰ χτίσουμε Ὀρθόδοξους ναοὺς καὶ νὰ μισθοδοτήσουμε μόνιμους ἱερεῖς, ἡ οἰκονομικὴ βοήθεια πρέπει νὰ προέλθει ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὶς τοπικές μας κοινότητες. Ἀπὸ οἰκονομικὴ πλευρὰ ἡ ἐπιβίωση τῆς Ὀρθοδοξίας στὴ Δύση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ κέρματα ποὺ οἱ πιστοὶ θὰ ρίξουν κάθε Κυριακὴ στὸ δίσκο τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἂν δὲν ἐξασφαλίσουμε μία δυναμικὴ ἐνοριακὴ ζωή, ἡ Ὀρθοδοξία στὴ Δύση δὲν ἔχει μέλλον. Μετὰ ἀπὸ πενήντα ἢ ἑκατὸ χρόνια ἁπλούστατα θὰ ἐξαφανιστοῦμε.

Κι ἐρχόμαστε τώρα νὰ ἐξετάσουμε τί εἴδους Ὀρθόδοξες ἐνορίες ἔχουμε στὴ Δύση. Ἡ πρώτη γενεὰ τοῦ Ὀρθόδοξου μετανάστη ἵδρυσε ἐνορίες ποὺ διέθεταν, γιὰ λόγους προφανεῖς, ἰσχυρὸ ἐθνικὸ χαρακτήρα. Ἡ τοπικὴ ἐνορία ἦταν ὁ κύριος καὶ συχνὰ ὁ μόνος συνδετικὸς κρίκος ποὺ ἀπομένει μὲ τὴν Μητέρα Πατρίδα καὶ ἔτσι οἱ ἐνορίτες θέλησαν μία τοπικὴ ἐκκλησία ἡ ὅποια στὸν τρόπο τῆς λατρείας καὶ στὶς ἄλλες δραστηριότητές της θὰ ἀναπαρήγαγε ὅσο πιὸ πιστὰ γινόταν τὰ σχήματα ποὺ τοὺς ἦταν οἰκεία ἀπὸ τὴν παιδική τους ἡλικία. Κάθε προσπάθεια νὰ χρησιμοποιηθεῖ, παραδείγματος χάριν, ἡ γλώσσα τῆς χώρας στὴν ὁποία ζοῦσαν -Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικὰ κ.τ.λ.- θεωροῦνταν συνήθως ὡς ἀπειλὴ καὶ κατεπολεμιόταν μὲ πεῖσμα.

Ὅλα αὐτὰ εὔκολα κατανοοῦνται. Ἀλλὰ μὲ τὸν ἐρχομὸ τῆς δεύτερης καὶ τρίτης γενεᾶς Ὀρθοδόξων της Δύσεως μία νέα πραγματικότητα ἐμφανίζεται. Οἱ ἐνορίες ἐκεῖνες ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ κάνουν ὁποιαδήποτε χρήση τῆς τοπικῆς γλώσσας στὶς Λειτουργίες τους καὶ ἔμειναν ἀνυποχώρητες στὸν πολιτισμὸ καὶ τὰ ἤθη τῆς χώρας στὴν ὁποία ἀνήκουν, τείνουν νὰ μαραζώσουν. Μόλις οἱ νέοι τους φθάσουν τὴν «ἡλικία τῆς ἐπαναστάσεως», ἁπλούστατα σκορπίζουν, ἀφοῦ δὲν βρίσκουν τίποτε στὴν λατρεία τῆς ἐνορίας ποὺ νά ῾χει σχέση μὲ τὴν καθημερινὴ ζωή τους, κι ἔτσι ἀπομένει ἕνα ἐκκλησίασμα ἡλικιωμένων. Οἱ ἐνορίες ἀντιθέτως ποὺ ἀποδέχθηκαν τὴν ἀνάγκη προσαρμογῆς καὶ ἀλλαγῆς, ἔγιναν συχνότατα πολὺ πιὸ γνήσια εὐχαριστιακές: ὄχι πλέον μία ἐθνικὴ λέσχη ἀλλὰ μία ἀληθινὴ λειτουργικὴ σύναξις - ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ συναθροισμένος γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Ὁρατὸ σημεῖο αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως ὑπῆρξε ἡ ἀναβίωση τῆς συχνῆς Θείας Μεταλήψεως σὲ παλιὲς Ὀρθόδοξες ἐνορίες στὴ Δύση. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει συμβεῖ σὲ τέτοιες κοινότητες εἶναι ἁπλούστατα ἡ ἀνακάλυψη τὸν ἀληθινοῦ νοήματος τῆς ἐνορίας. Προφανῶς ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ δὲν παρατηρεῖται παντοῦ. Πολλὲς ἐνορίες ἐνῶ ἀποδέχονται κάποιο μέτρο προσαρμογῆς στὶς δυτικὲς συνήθειες, συνεχίζουν νὰ ρίχνουν μεγαλύτερο βάρος σὲ ἐθνικὲς ἀξίες καὶ σὲ κοινωνικὲς δραστηριότητες μᾶλλον παρὰ στὴν Εὐχαριστία.

Ἡ ἐμπειρία τῆς Ὀρθόδοξης κοινότητας τῆς Ὀξφόρδης ἔχει ἀκολουθήσει ἕνα κάπως ἀσυνήθιστο σχῆμα. Συμβιώνουν ἐδῶ, ἡ μιὰ δίπλα στὴν ἄλλη, δυὸ ὀρθόδοξες ἐνορίες, μιὰ ἑλληνικὴ (ποὺ ὑπάγεται στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο) καὶ μία ρωσικὴ (ποὺ ὑπάγεται στὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας). Ἡ κάθε ἐνορία ἔχει τὸν ἱερέα της καὶ τὸ δικό της ἐκκλησιαστικὸ συμβούλιο. Ὅμως οἱ δυὸ ἐνορίες μοιράζονται ἴσοις ὄροις τὸν ἴδιο ναό, ποὺ χτίστηκε τὸ 1973 μὲ τὴν κοινὴ προσπάθεια καὶ τῶν δυό. Ἔτσι, κάθε Κυριακὴ λατρεύουμε ὅλοι μαζὶ συγχρόνως, ψάλλοντας μία Θεία Λειτουργία γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ τῶν δυὸ κοινοτήτων. Ὑπάρχουν, ὅπως εἶναι φυσικό, δυσκολίες. Μνημονεύουμε π.χ. δυὸ ἐπισκόπους στὶς ἀκολουθίες μας, τηροῦμε δυὸ διαφορετικὰ ἡμερολόγια (ἀφοῦ τὸ ρωσικὸ ἥμισύ της κοινότητός μας ἀκολουθεῖ τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο), καὶ χρησιμοποιοῦμε σὲ κάθε ἀκολουθία ὄχι λιγότερες ἀπὸ τρεῖς γλῶσσες, Ἑλληνικά, Σλαβονικὰ καὶ Ἀγγλικά. Καθ᾿ ὅσο γνωρίζω, πουθενὰ ἀλλοῦ στὴ Μεγάλη Βρετανία δὲν ὑπάρχει ἀκριβῶς ὅμοιο παράδειγμα μ᾿ αὐτὸ τῆς Ὀξφόρδης.

Ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου οἱ λύσεις στὶς ὁποῖες καταλήξαμε στὴν Ὀξφόρδη περιέχουν ὁρισμένες προφανεῖς ἀνωμαλίες: Πῶς π.χ., εἶναι δυνατὸν νὰ μνημονεύονται δυὸ ἀνεξάρτητοι ἐπίσκοποι, στὴν ἴδια θεία Λειτουργία; Ἐμεῖς στὴν Ὀξφόρδη δὲν διεκδικοῦμε νὰ λύσουμε ἀπὸ μόνοι μας τὰ κανονικὰ προβλήματα ποὺ δημιουργοῦνται στὴ δυτικὴ Ὀρθοδοξία. Ὅμως, ὄντας ἀναγκασμένοι νὰ ἀντιμετωπίσουμε συγκεκριμένες ποιμαντικὲς ἀνάγκες τῆς τοπικῆς μας κοινότητας, ἐπράξαμε ὅ,τι καλύτερο μπορούσαμε γιὰ νὰ προσφέρουμε μία λειτουργικὴ λύση ποὺ νὰ ἐνθαρρύνει τὴν ἐπιβίωση καὶ τὴν ἀνάπτυξη τῆς τοπικῆς Ὀρθοδοξίας.
Μολονότι κανονικὰ ἀποτελοῦμε δυὸ ξεχωριστὲς ἐνορίες, στὴν πράξη εἴμαστε μόνο μία λατρευτικὴ κοινότητα. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ὄρος «ἐνορία» εἶναι νὰ προσδιοριστεῖ μὲ βάση ὄχι τὸ κανονικὸ δίκαιο ἀλλὰ τὴν Εὐχαριστία, τότε πνευματικὰ καὶ λειτουργικὰ ἐμεῖς, οἱ Ὀρθόδοξοί της Ὀξφόρδης ἀποτελοῦμε μία ξεχωριστῆ τοπικὴ ἐνορία.

Ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ δὲν ἐπιδιώκω νὰ ἐμφανίσω ὡς ἰδανικὴ τὴν ζωή μας στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἅγιας Τριάδας καὶ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὀξφόρδης. Ἐὰν χρειάστηκε ὁ Σωτήρας μας νὰ προσευχηθεῖ στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν τοῦ (Ἰω. 17), αὐτὸ ἔγινε διότι ἀκριβῶς ἐγνώριζε πόσο δύσκολο εἶναι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους νὰ μείνουν ἑνωμένοι σὲ ἕνα πεπτωκότα κόσμο· καὶ αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε πολὺ καλὰ ἐμεῖς στὴν Ὀξφόρδη, ἀπὸ προσωπικὴ πείρα. Δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ ἑνότητα παρὰ μόνο μέσῳ τοῦ Σταυροῦ. Κι ἢ ἑνότητα αὕτη ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν καθένα μας ἀτέλειωτη γενναιοδωρία, μυστηριακὴ κένωση, θυσία. Στὴν εὐχαριστιακὴ κοινότητα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ στὴν ἕνωση τοῦ γάμου ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν πρέπει νὰ ἐπανεπιβεβαιώνεται καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνεται. Ὅταν οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ρῶσοι τῆς Ὀξφόρδης ἀποφάσισαν νὰ συνεργαστοῦν ἦταν ἀρχικὰ γιὰ λόγους πρακτικούς. Καὶ οἱ δυὸ κοινότητες εἶναι ὀλιγάριθμες καὶ φαινόταν ἀμφίβολο ἂν καμία ἀπ᾿ αὐτὲς θὰ ἐπιβίωνε στὴν ἀπομόνωση. Ὑπῆρχε ὅμως ἡ βεβαία ἐλπίδα, ὅτι διὰ τῆς συνεργασίας θὰ μπορούσαμε νὰ δημιουργήσουμε μία ζωντανὴ Ὀρθόδοξη παρουσία στὴν πόλη καὶ στὸ Πανεπιστήμιο. Στὴν πορεία τῆς ἀμοιβαίας συνεργασίας μας, ὅμως, χρειάστηκε νὰ ὑπερβοῦμε τὶς καθαρὰ πρακτικὲς ἀνάγκες καὶ νὰ ἐπανεκτιμήσουμε τὶς βασικὲς προτεραιότητες. Χρειάστηκε νὰ ἀναρωτηθοῦμε ποιὸ εἶναι τὸ θεμελιῶδες νόημα τῆς ἐνορίας; «Ὅπου γὰρ ἐστὶν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. ς´, 21). Ποῦ λοιπὸν βρίσκεται ὁ «θησαυρός» μας ὡς Ὀρθοδόξων ποῦ ζοῦμε στὴ Δύση;

Ἐὰν ἡ ἐνορία εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα μία ἐθνικὴ συνάθροιση μὲ μόνο λόγο ὑπάρξεως τὴν διατήρηση ὁρισμένων πολιτιστικῶν ἀξιῶν, τότε οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Ὀξφόρδης θὰ χρειαστεῖ νὰ συντηρήσουν δυὸ διαφορετικὲς κοινότητες, ποὺ θὰ ἐκκλησιάζονται καὶ θὰ λατρεύουν χωριστά. Ἐὰν ὅμως ἡ Ἐνορία ὑφίσταται κυρίως γιὰ τὴν τέλεση τῆς Εὐχαριστίας καὶ ἐὰν στὴν Εὐχαριστία «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην... πάντες γὰρ... εἰς ... ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ´, 28), τότε δίκιο δὲν ἔχουμε νὰ ἐπιμένουμε πάνω ἀπ᾿ ὅλα στὴν τέλεση μιᾶς κοινῆς θείας Λειτουργίας κάθε Κυριακὴ ἀπ᾿ ὅλους ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, ἀνεξαρτήτως ἐθνικῆς προελεύσεως, ἑλληνικῆς, ρωσικῆς ἢ ἀγγλικῆς; Μόνον ἔτσι μποροῦμε νὰ δώσουμε μαρτυρία γιὰ τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς.

Περισσότερο ἀπὸ μία φορὰ τὰ τελευταῖα δεκαεπτὰ χρόνια ἔχουν προκύψει προβλήματα ποὺ ἀπείλησαν νὰ διασπάσουν τὴν ἑνότητά μας ὡς λατρευτικῆς κοινότητας. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι παρόμοια προβλήματα θὰ ἐμφανιστοῦν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλα κάθε φορὰ ποὺ ἀντιμετωπίζουμε τὸ ἐνδεχόμενο τῆς διασπάσεως, συνειδητοποιοῦμε ἐκ νέου τὴν ὑπέρτατη σπουδαιότητα τῆς λειτουργικῆς μας ἑνότητας. Στὴν Θεία Λειτουργία ἔχουμε βρεῖ τὸν κοινὸ δεσμὸ ποὺ μᾶς συνέχει ἀνεξαρτήτως γλώσσας, ἐθνικῆς ταυτότητας ἢ ἐκκλησιαστικῆς «δικαιοδοσίας». (Πόσο δίκιο δὲν ἔχει ὁ Ἀλέξανδρος Σολζενίτσιν νὰ μέμφεται αὐτὴ τὴ λέξη «δικαιοδοσία» ποὺ τόσο συχνὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους τῆς Δύσης, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ συναντᾶται πουθενὰ στὸ Εὐαγγέλιο!) Μελετώντας τὴ διδασκαλία τοῦ Ἅγιου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς Χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς του, καὶ τονίζει ὅτι πρέπει ὅλοι νὰ συναντῶνται σὲ μία Εὐχαριστία, νὰ συναθροίζονται γύρω ἀπὸ μία Τράπεζα καὶ νὰ πίνουν ἀπὸ ἕνα Ποτήριο, γνωρίζουμε ὅτι οἱ φλογεροὶ αὐτοὶ λόγοι τοῦ ἰσχύουν τὸ ἴδιο καὶ γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθόδοξούς της Ὀξφόρδης.

Στὴν περιγραφὴ ποὺ κάνει γιὰ τὴ ζωὴ τῆς πρώτης χριστιανικῆς «ἐνορίας» -τῆς κοινότητας τῆς Ἱερουσαλὴμ τῶν ἡμερῶν ποὺ ἀκολούθησαν τὴν Πεντηκοστή- ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς λέει: «ἦσαν δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων, καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς· πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Λουκᾶ β´, 42, 44).

Αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς κάθε ἐνορίας σήμερα, εἴτε βρίσκεται στὴν Ἑλλάδα εἴτε στὴν ἀλλοδαπή: τὰ μέλη της ἐκφράζουν τὴν ἑνότητά τους ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τῆς ἀπὸ κοινοῦ κλάσεως τοῦ Ἄρτου στὴ θεία Εὐχαριστία. Ὅλες οἱ ἄλλες δραστηριότητες τῆς ἐνορίας, κοινωνικές, πολιτιστικὲς ἢ φιλανθρωπικὲς πηγάζουν ἀπὸ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ εἶναι ὑπάλληλες σ᾿ αὐτήν. Ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἕνα συνεχὲς θαῦμα μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης. Παράλληλα μὲ τὴν Μονή, ἡ ἐνορία ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸ σχῆμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ σὲ κάθε συγκεκριμένο τόπο, τοῦτο τὸ «συνεχὲς θαῦμα» μαρτυρεῖται μὲ ζωντανὴ παρουσία.
 
Κάλλιστος Γουέαρ (Ἐπίσκοπος Διοκλείας)

 
Ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινότητα
 
«Οὗ εἰσὶ δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18,20). Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦν ἕνα ἀπὸ τὰ βασικότερα ἐκκλησιολογικὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Διδάσκουν σαφῶς ὅτι ἡ σύναξη τῶν πιστῶν, ἡ συγκέντρωση ἑνὸς ἀριθμοῦ χριστιανῶν, ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἔχει σημασία ἂν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ποὺ συγκεντρώνονται εἶναι μικρὸς ἢ μεγάλος. ἐκεῖνο ποὺ ἔχει πράγματι σημασία εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς σύναξης. Ἐφόσον μία σύναξη γίνεται «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ», παύει νὰ εἶναι ἁπλὴ συνάθροιση ἀνθρώπων καὶ γίνεται ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, πραγμάτωση τῆς ἀρχαίας προφητείας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς θὰ σκηνώσει ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ του καὶ «αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς ἔσται μετ' αὐτῶν, ὁ Θεὸς αὐτῶν» (Ἀπ. 21,3. Ἰεζ. 43,7).

Τὸν ἀντικειμενικὸ αὐτὸ χαρακτήρα τῆς σύναξης τῶν χριστιανῶν τονίζουν μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμονὴ ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας.

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος π.χ. γράφει πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἐφέσου: «Σπουδάζετε οὖν πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν Θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται αἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ, καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοία ὑμῶν τῆς πίστεως. Οὐδέν ἐστιν ἄμεινον εἰρήνης, ἐν ᾗ πᾶς πόλεμος καταργεῖται ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων» (Ἰγνάτιος πρὸς Ἐφεσίους, ΧΙΙΙ).

Κατὰ τὴν ἀντίληψη, λοιπόν, τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου καὶ τῶν συγχρόνων του, ἡ εὐχαριστιακὴ σύναξη τῶν χριστιανῶν εἶναι πρωτίστως τὸ ἀντικειμενικὸ σημεῖο τῆς εἰρήνης, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἀποκατέστησε μεταξὺ Αὐτοῦ καὶ τοῦ λαοῦ του ἐν Χριστῷ καὶ στὴν ὁποία καλεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ κοινωνήσουν. Καὶ ἡ μετοχὴ στὴ σύναξη αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς μία πράξη χρήσιμη γιὰ τὴν ἀτομικὴ σωτηρία τοῦ καθενός, ἀλλὰ εἶναι κυριολεκτικὰ συμμετοχὴ στὸν ἀγώνα ποὺ διεξάγει ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐναντίον τοῦ διαβόλου. Ἐναντίον ἐκείνου ποὺ σπέρνει τὴ διαίρεση καὶ τὸ μῖσος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ κατορθώνει νὰ διατηρεῖ τὴν ἄδικη καὶ παράνομη ἐξουσία του πάνω στὸν κόσμο χάρη στὴν ἁμαρτία καὶ στὸ θάνατο.

Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἐξηγεῖ γιατί ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἡ Ἐκκλησία θεώρησε τὴ συμμετοχὴ στὴν κοινὴ σύναξη ὡς οὐσιαστικὸ στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ ζωῆς καὶ γιατί, παρὰ τοὺς φοβεροὺς διωγμοὺς τῶν πρώτων αἰώνων, ἐξακολούθησε νὰ παραμένει αὐστηρὰ προσηλωμένη στὴν ἀρχὴ τῶν τακτικῶν λατρευτικῶν συνάξεων. Ὅταν ὁ Χριστιανισμὸς κηρύχθηκε religio illicita, δηλαδὴ ἀπαγορευμένη θρησκεία, δὲν ἀπέβαλε, ὅπως θὰ περίμενε κανείς, τὸν κοινοτικό του χαρακτήρα καὶ δὲν μεταβλήθηκε σὲ μία ἀτομικὴ θρησκεία. Μία τέτοια θρησκευτικὴ πίστη, ἡ ὁποία δὲν θὰ συνεπαγόταν κανένα σοβαρὸ κίνδυνο γιὰ τοὺς ὀπαδούς της ἀσφαλῶς καὶ θὰ ἦταν ἀνεκτὴ ἀπὸ τὸ Ρωμαϊκὸ Κράτος. Καὶ ὅμως, πόσο θὰ ἁπλοποιοῦνταν τὰ πράγματα γιὰ τοὺς διωκόμενους χριστιανούς, ἂν ἀποφάσιζαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς συνάξεις τῆς Κυριακῆς, οἱ ὁποῖες τόσο εὔκολα μποροῦσαν νὰ προδοθοῦν ἢ νὰ ἀποκαλυφθοῦν καὶ ἂν ἀρκοῦνταν σὲ ἕναν «πνευματικὸ» σύνδεσμο μεταξύ τους! Ἀλλὰ τίποτε παρόμοιο δὲν συνέβη. Παρὰ τὴν σκληρὴ καταδίωξη καὶ τὶς τρομερὲς τιμωρίες, οἱ χριστιανοὶ ἐξακολούθησαν νὰ συνέρχονται τακτικὰ «ἐπὶ τὸ αὐτό». Καὶ ὁ λόγος τῆς ἐπιμονῆς τους αὐτῆς ἦταν ἡ πίστη ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι πρώτιστα συγκεκριμένη συμμετοχὴ στὴ ζωὴ μίας ὁρατῆς καὶ ἁπτῆς μυστηριακῆς κοινότητας, μία συμμετοχὴ ἡ ὁποία δὲν ἐπιδέχεται κανενὸς εἴδους «πνευματοποίηση». Μὲ ἄλλα λόγια, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη τῶν χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς χριστιανὸς εἶναι συνώνυμο μὲ τὸ νὰ εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ὡστόσο, γιὰ νὰ εἶναι κάποιος μέλος τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ παραδέχεται μία ὁρισμένη κοσμοθεωρία ἢ νὰ ἀγωνίζεται εἰλικρινὰ γιὰ νὰ μεταβάλει τὸν ἀτομικό του τρόπο σκέψης καὶ ζωῆς ἢ ἔστω νὰ ἀνήκει ἀόριστα σὲ μία ἀφηρημένη καὶ ἀπρόσωπη ὀργάνωση. Χρειάζεται, κυρίως, νὰ εἶναι ἐνταγμένος ψυχῇ τε καὶ σώματι σὲ μία συγκεκριμένη τοπικὴ κοινότητα, νὰ μετέχει νόμιμα καὶ ἐνεργητικὰ στὴ ζωή της, νὰ εἶναι μὲ ὅλη τὴ σημασία τῆς λέξης ὁ «πλησίον» τῶν ἀδελφῶν του, ὁ «πλησίον» τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ποὺ ἀποτελοῦνται, ὅπως καὶ αὐτός, ἀπὸ σάρκα καὶ αἷμα.

Πράγματι, ὅταν ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ κηρύξει τὴν ἔναρξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ γῆ, νὰ ἀναγγείλει τὸν ἐγκαινιασμὸ τῆς νέας πραγματικότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἔκανε λόγο γιὰ τὴν πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη. Ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη δὲν εἶναι μία ἀόριστη ἀγάπη τῆς ἀνθρωπότητας. εἶναι ἡ προσωπικὴ ἀγάπη τῶν συγκεκριμένων ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔταξε ὡς πλησίον μας.

Εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ἀγαπᾶ κάποιος ὅσους βρίσκονται μακριά του ἢ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους δὲν ἔχει παρὰ μόνο λίγες τυπικὲς σχέσεις. Ὡστόσο, συχνὰ χρειάζεται ἀγώνας γιὰ νὰ ἀγαπήσουμε τὰ πρόσωπα ποὺ βρίσκονται κυριολεκτικὰ γύρω μας, τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους εἴμαστε ὑποχρεωμένοι κάθε στιγμὴ νὰ ἐρχόμαστε σὲ ἐπαφὴ καὶ σὲ σχέση.

Ἀντίθετα μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ πλησίον, τὴν ὁποία δίδασκε τὸ Λευϊτικὸν καὶ τὴν ὁποία ἐφάρμοζαν οἱ εὐσεβεῖς Ἰσραηλῖτες, ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη δὲν γνωρίζει καμία διάκριση καὶ δὲν ἀποκλείει κανέναν. Ὅταν ὁ Κύριος ρωτήθηκε ποιόν πρέπει νὰ θεωροῦμε ὡς πλησίον μας, ἀπάντησε μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη, ὑποδεικνύοντας ὡς πρότυπο ἀληθινῆς ἀγάπης τοῦ πλησίον τὸν ἐκπρόσωπο ἑνὸς λαοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο κάθε καλὸς Ἑβραῖος τῆς ἐποχῆς του αἰσθανόταν ὄχι ἁπλῶς μῖσος, ἀλλὰ σχεδὸν φυσικὴ ἀπέχθεια.

Ἑπομένως, οἱ χριστιανοὶ καλοῦνταν νὰ ἀποτελέσουν μία κοινότητα, ἡ ὁποία θὰ ὑπερβαίνει κάθε φραγμὸ φυλῆς, συμφέροντος ἢ προσωπικῶν αἰσθημάτων. Ἡ κοινότητα αὐτὴ θὰ εἶναι θεμελιωμένη, ὄχι σὲ φυσικὲς ἀξίες ἢ στὴν προσωπικὴ συμπάθεια, ἀλλὰ στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ὄντως, ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη εἶναι χάρη καὶ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ πηγάζει ἀπὸ τὸν Θεό. Δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἀγάπη, ἀλλὰ εἶναι ἡ
Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο του, ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία τὰ πρόσωπα τῆς Παναγίας Τριάδος ἀγαπῶνται μεταξύ τους. Αὐτὴν τὴν ἀγάπη του ὁ Θεὸς μεταδίδει σὲ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν στὸ «εὐαγγέλιό» του καὶ ἐνσωματώνονται στὸ «σῶμα» τοῦ σαρκωθέντος καὶ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ του. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος ὀνομάζει τὴ χριστιανικὴ ἀγάπη «καρπὸν τοῦ Πνεύματος» (Γαλ. 5,22) καὶ διδάσκει ὅτι σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ θνητοῦ καὶ φθαρτοῦ κόσμου τούτου, τὰ ὁποῖα ἀλλοιώνονται καὶ παρέρχονται, ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α' Κορ. 13,8).

Τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα εἶναι θάνατος καὶ ἀνάσταση. Μὲ τὸ βάπτισμα βιώνουμε τὸν θάνατο τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καί, συνάμα, τὴν ἀνάσταση μίας νέας ζωῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πλέον ἡ ζωὴ τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ αἰώνιου καὶ ἀθάνατου Θεοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, μὲ τὸ βάπτισμα γινόμαστε «σὰρξ» τοῦ δι' ἡμᾶς σαρκωθέντος καὶ ἐκ τῆς Μαρίας τῆς ἀειπαρθένου τεχθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Χριστὸς καὶ χριστιανοὶ ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα.

Τοῦτο ἀκριβῶς ἑρμηνεύει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν ἡ σύναξή μας γίνεται «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ» ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀληθινὴ καὶ πραγματικὴ παρουσία τοῦ Θεανθρώπου ἀνάμεσά μας.

Ἐξηγεῖ ἀκόμη γιατί ἡ Ἐκκλησία ἀπαγόρευσε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν συμμετοχὴ τῶν μὴ βαπτισμένων προσώπων στὶς συνάξεις (βλ. τὴν ἀπόλυση τῶν κατηχουμένων). Ἀντικειμενικά, οἱ μὴ βαπτισμένοι δὲν ἔχουν ἐγκεντρισθεῖ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί, συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μετέχουν σὲ συνάξεις ποὺ γίνονται στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.

Τέλος, ἐξηγεῖ γιατί ἡ ἁμαρτία μᾶς ἀποκλείει ἀπὸ τὴν σύναξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας καὶ γιατί δημιουργεῖ τὴν ἀνάγκη τῆς συμφιλίωσής μας μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα διὰ τῆς ἐξομολόγησης, καθόσον ἡ ἁμαρτία εἶναι πάντοτε ἄρνηση ἢ ἀπόκρουση τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ σύναξη εἶναι φανέρωση καὶ ἐνσάρκωση αὐτῆς τῆς Ἀγάπης.

Οἱ πρῶτοι χριστιανοί, προκειμένου νὰ περιγράψουν τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη, χρησιμοποιοῦσαν συχνὰ τὸν ἑλληνικὸ ὄρο «ἀγάπη». Πράγματι, ὁ Θεὸς Ἀγάπη ἐστί. Καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία συνέρχεται «ἐπὶ τὸ αὐτὸ» γιὰ τὴν Εὐχαριστία, δὲν εἶναι παρὰ ἡ φανέρωση αὐτῆς τῆς Ἀγάπης σὲ ὁρισμένο τόπο καὶ χρόνο.


Ἡ εὐχαριστιακὴ ὑπόσταση τῆς Ἐκκλησίας

Ἐφόσον οἱ χριστιανοὶ ἀποτελοῦν μυστηριακὰ ἕνα Σῶμα, εἶναι φυσικὸ ἡ χριστιανικὴ κοινότητα νὰ ἔχει ἰδιαίτερη ὑφή, ἡ ὁποία προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν μυστηριακό της χαρακτήρα. Ἐπίσης, ἐφόσον τὸ μυστηριακὸ αὐτὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πλήρως καὶ ἐξ ὁλοκλήρου παρὸν σὲ κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη, εἶναι πολὺ φυσικὸ ἡ ἰδιάζουσα ὑπόστασή του, ἡ ὁποία προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν μυστηριακό του χαρακτήρα, νὰ φανερώνεται πλήρως καὶ ἐξ ὁλοκλήρου σὲ κάθε Θεία Εὐχαριστία.

Κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες, ὅλες οἱ τυπικὲς ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες εἶχαν τὴν ἴδια δομή. Παντοῦ ὁ λαὸς συγκεντρώνονταν γύρω ἀπὸ ἕναν ἐπίσκοπο, τὸν ὁποῖο βοηθοῦσε ἕνα σῶμα πρεσβυτέρων. Ἀργότερα, ποικίλοι λόγοι ἀνάγκασαν τοὺς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι μέχρι τότε προΐσταντο πάντοτε αὐτοπροσώπως σὲ ὅλες τὶς ἐκκλησιαστικὲς συνάξεις, νὰ ἐπιτρέψουν στοὺς πρεσβυτέρους νὰ προΐστανται καὶ αὐτοὶ σὲ ὁρισμένες συνάξεις. Ὡστόσο, ὁ ἐπίσκοπος ἐξακολούθησε νὰ παραμένει ὁ μοναδικὸς καὶ ἀναμφισβήτητος ἀρχηγὸς τῆς ἐκκλησίας του.

Ἀκόμη καὶ σήμερα κανένας ἱερεὺς δὲν μπορεῖ νὰ τελέσει ἔγκυρα τὴν Εὐχαριστία, ἂν δὲν ἔχει ρητὴ καὶ προσωπικὴ ἐξουσιοδότηση ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο τοῦ τόπου, στὸν ὁποῖο θέλει νὰ ἱερουργήσει.

Πῶς ἑρμηνεύεται ἡ ἐξαιρετικὴ καὶ μοναδικὴ αὐτὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου στὴν Ἐκκλησία; Ἑρμηνεύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ Πάσχα, τὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς συνέφαγε μὲ τοὺς μαθητές του στὸ ἀνώγειο. Συνάμα, εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ Πεντηκοστή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἐξαπέστειλε τὸ Πνεῦμα του στοὺς Ἀποστόλους καὶ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν συναγμένοι στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ. Σὲ κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξη μὲ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Λόγος τοῦ Κυρίου ἀντηχεῖ καὶ μεταβάλλει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ κατέχει στὴν σύναξη τὴν θέση ποὺ κατεῖχε ὁ Χριστὸς κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο εἶναι ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ ἀντ' αὐτοῦ προϊστάμενος πρεσβύτερος.

Κοντολογὶς καὶ σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ὁ ἐπίσκοπος εἶναι γιὰ τὴ συνηγμένη Ἐκκλησία ἡ «εἰκὼν» τοῦ Θεοῦ, ὁ «τύπος» τοῦ Χριστοῦ, ἡ «κεφαλὴ» τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ὅλα αὐτὰ «μυστηριακῶς», «ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ» καὶ ὄχι ἔξω ἢ ὑπεράνω τῆς Ἐκκλησίας, γιατὶ ἔξω ἢ ὑπεράνω τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρξει κεφαλὴ χωρισμένη ἀπὸ τὸ σῶμα.

Τὸ λειτούργημα τοῦ ἐπισκόπου -καὶ σ' αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ διαφορά του ἀπὸ τὴν διακονία τοῦ ἀποστόλου- ὑπῆρξε πάντοτε λειτούργημα ἑνότητας, συντονισμοῦ καὶ συνέχειας τῆς ζωῆς μίας ὁρισμένης τοπικῆς ἐκκλησίας. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀσκηθεῖ παρὰ μόνο σὲ ὀργανικὴ συνάρτηση πρὸς μία συγκεκριμένη ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα. Βέβαια, ὑπάρχουν σήμερα καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οἱ λεγόμενοι βοηθοὶ ἐπίσκοποι. Ὡστόσο, οἱ τίτλοι τῶν ἐπισκόπων τοὺς ὁποίους ὑποχρεωτικὰ φέρουν οἱ βοηθοὶ αὐτοὶ ἐπίσκοποι μαρτυροῦν -ἔστω καὶ κατ' ὄνομα μόνο- τὴν θεμελιώδη ἐκκλησιολογικὴ ἀρχὴ ὅτι δίχως τὴν τοπικὴ ἐκκλησία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ἐπίσκοπος.

Κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας του, ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ἐπίσης ὁ φύλακας καὶ ἐγγυητὴς τῆς ἱστορικῆς συνέχειας καὶ τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας σὲ κάθε τόπο. Ἡ συνέχεια καὶ ἡ ἑνότητα αὐτὴ ἀποτελοῦν γνωρίσματα καὶ τεκμήρια τῆς μυστηριακῆς φύσης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ. Φανερώνουν ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο ἕνα Βάπτισμα καὶ μία μόνη Εὐχαριστία, ποὺ συνεχίζονται μέσα στὸν χρόνο ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχὴ καὶ τελοῦνται σὲ συγκεκριμένο τόπο σὲ ὅλες τὶς τοπικὲς ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες.

Ἑπομένως, στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει παρὰ μία μόνη παράδοση καὶ μία μόνη ἀλήθεια, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ πιστεύονται ἀπὸ ὅλους, σὲ κάθε τόπο καὶ σὲ κάθε ἐποχή. Καὶ τοῦτο εἶναι πολὺ φυσικό, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει παρὰ ἕνας μόνος Κύριος καὶ ἕνα μόνο Πνεῦμα καί, κατὰ συνέπεια, μία μόνη Ἐκκλησία. Ἡ συνέχεια τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἱστορία ἐξασφαλίζεται μὲ τὴν λεγόμενη «Ἀποστολικὴ Διαδοχή», ἡ ὁποία εἶναι μυστηριακὴ διαδοχὴ καὶ συνάμα πιστότητα στὴν διδαχὴ τῶν Ἀποστόλων.

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται διὰ τῆς συμφωνίας τῶν ἐπίσκοπων, τῶν φυλάκων καὶ μαρτύρων τῆς πίστης τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες εἶναι μυστηριακὰ ἰσότιμες καὶ διοικητικὰ συντονισμένες. Στὸ πλαίσιο τοῦ ἐκχριστιανισμένου Ρωμαϊκοῦ Κράτους, οἱ γειτονικὲς ἐκκλησίες ἐντάχθηκαν σὲ μεγαλύτερες ἑνότητες, τὶς ἐπαρχίες, μὲ κέντρα ὁρισμένες μεγάλες πόλεις, οἱ ἐπίσκοποι τῶν ὁποίων ἔλαβαν τὸν τίτλο τοῦ μητροπολίτη ἢ τοῦ πατριάρχη.

Σήμερα οἱ διαιρέσεις αὐτὲς συμπίπτουν συνήθως μὲ τὰ πολιτικὰ ἢ ἐθνικὰ σύνορα τῶν διαφόρων ὀρθοδόξων λαῶν, πράγμα ποὺ δημιουργεῖ καὶ τὶς γνωστὲς συγχύσεις, οἱ ὁποῖες καταλήγουν δυστυχῶς σὲ ἀληθινὲς καταχρήσεις. Ἔτσι, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐμφανίζεται πρὸς τὰ ἔξω ὡς μία ὁμοσπονδία ἐθνικῶν ἐκκλησιῶν, ἐνῶ ἀπὸ πλευρᾶς Κανονικοῦ Δικαίου οἱ διάφορες ἐθνικὲς ἢ αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες δὲν εἶναι παρὰ ἐπαρχίες ἢ ὁμάδες ἐπισκόπων μίας μοναδικῆς καὶ ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας.

Μία ἰδιαίτερη εὐθύνη γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἀναγνωρίσθηκε πολὺ νωρὶς ἀπὸ ὅλους στὴν ἐκκλησία τῆς Ρώμης, στὸ πρῶτο καὶ στὸ ἀρχαιότερο ἀπὸ τὰ πατριαρχεῖα. Ἡ εὐθύνη αὐτὴ φυσικὰ δὲν συνεπάγονταν καμία «οἰκουμενικὴ δικαιοδοσία» καὶ δὲν εἶχε σχέση μὲ κανένα «ἀλάθητο» στὸ δογματικὸ τομέα. Καμία τοπικὴ ἐκκλησία δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἔχει παρόμοια προνόμια, γιατὶ καμία τοπικὴ ἐκκλησία δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ διαθέτει μυστηριακὴ χάρη διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν χάρη τῶν ἄλλων τοπικῶν ἐκκλησιῶν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι θεμελιῶδες γνώρισμα τῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ εἶναι ἀλάθητη, γιατὶ εἶναι ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντοτε πιστὸς στὴν Διαθήκη ποὺ σύναψε μὲ τὸν λαό του καὶ τὴν ὁποία σφράγισε μὲ τὸ αἷμα τοῦ σταυρωθέντος Υἱοῦ του. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, ὡς Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὡς Ναὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, εἶναι πλήρως καὶ ἐξ ὁλοκλήρου παροῦσα παντοῦ -ποὺ τελεῖται ἡ Εὐχαριστία.

Ἐπομένως, τὸ ἀλάθητο δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἰδιαίτερο γνώρισμα μίας μόνης τοπικῆς κοινότητας καὶ ἀκόμη λιγότερο ἑνὸς μόνου ἀτόμου. Κανένας ἄνθρωπος –οὔτε ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ ἐπίσκοπος ποὺ λαμβάνει μὲ τὴν χειροτονία τὸ ποιμαντικὸ καὶ διδακτικὸ χάρισμα τῆς Ἐκκλησίας- δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὡς ἄτομο ἀλάθητος. Τὸ ἀλάθητο εἶναι γνώρισμα ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι μία ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μεταδίδεται σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ δέχονται τὴ χάρη καὶ τὴ ζωή του.

Ἡ πιστότητα, λοιπόν, τῆς Ἐκκλησίας στὴν διδασκαλία καὶ στὴν παράδοση τῶν Ἀποστόλων εἶναι καρπὸς τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ ἕνα θαῦμα ποὺ ὀφείλεται ἐξολοκλήρου στὴν συγκατάβαση τοῦ ἐλεήμονος καὶ φιλάνθρωπου Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τηρεῖ πιστὰ τὴν ὑπόσχεση ποὺ ἔδωσε στὸ λαό του ὅτι θὰ τὸν διαφυλάσσει πάντοτε ἐντὸς τῆς ἀληθείας του καὶ ὅτι θὰ παραμένει μαζί του πάσας τὰς ἡμέρας.


Ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ κόσμος

Ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, θεμελιωμένη πάνω στὴν χάρη καὶ στὴν Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, διαφέρει ὀντολογικὰ ἀπὸ κάθε ἄλλη ἀνθρώπινη κοινότητα. Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν φύση του ἀνήκει σὲ διάφορες κοινωνικὲς ὁμάδες. Τὴν οἰκογένεια, τὸ ἔθνος, τὴν κοινωνική του τάξη. Ὁρισμένες ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὁμάδες, ὅπως τὴν οἰκογένεια, ὁ Θεὸς τὶς θέλησε καὶ τὶς εὐλόγησε ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅμως ἀκοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ διακηρύσσει ὅτι ἦλθε «διχᾶσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς» καὶ ὅτι «ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου» ἔσονται οἱ «οἰκιακοὶ αὐτοῦ», διότι ὁ «φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ Αὐτὸν οὐκ ἔστιν Αὐτοῦ ἄξιος» (Ματθ. 10,35-37).

Μὲ τὸ κήρυγμά του αὐτό, ὁ Χριστὸς θέλει νὰ δείξει ὅτι ὅλες οἱ φυσικὲς κοινωνικὲς ὁμάδες τῶν ἀνθρώπων πρέπει νὰ ὑποταγοῦν στὴ νέα πραγματικότητα τῆς Βασιλείας. Ἡ ὑποταγὴ αὐτὴ στὴν περίπτωση τῆς οἰκογένειας ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀνύψωση ἢ ἀκριβέστερα μὲ ἐξαγιασμό. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι καὶ τὸ νόημα τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου.

Στὴν περίπτωση, ὅμως, ἄλλων φυσικῶν ὁμάδων σημαίνει μᾶλλον τὴν ὑποκατάστασή τους ἀπὸ τὴν νέα πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχουν βεβαίως ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πλέον διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἄνδρα καὶ τῆς γυναίκας. Κατὰ μείζονα λόγο δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ Ἰουδαίου καὶ Ἕλληνα, ἐλεύθερου καὶ δούλου, «πάντες γὰρ εἷς ἐσμὲν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3,28). Οἱ φυσικὲς κοινότητες τῶν ἀνθρώπων μὲ τὶς διαφορὲς καὶ τὶς διακρίσεις τους ἀνήκουν στὸν «παρόντα αἰώνα» ποὺ καταργεῖται, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι πραγματικότητα τοῦ «μέλλοντος αἰῶνος», τοῦ αἰώνα τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς χάρης.

Ὡστόσο, ἡ Ἐκκλησία μολονότι ποιοτικὰ ἀνήκει στὸν «μέλλοντα αἰώνα», εἶναι παροῦσα στὴν ἱστορία καὶ κρίνει τὴν ἱστορία. Μᾶς ζητεῖ νὰ ἀκολουθήσουμε καὶ νὰ ἐφαρμόσουμε ἀπὸ τώρα τοὺς νόμους τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο, οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ τῶν Ἱεροσολύμων πουλοῦσαν τὶς περιουσίες τους καὶ μοίραζαν τὰ ὑπάρχοντά τους καὶ «εἶχον ἅπαντα κοινὰ» (Πρ. 2,44-45). Ἡ ἐνέργειά τους αὐτὴ δὲν ὑπαγορεύονταν ἀπὸ καμία χριστιανικὴ κοινωνικὴ ἰδεολογία, δὲν ἦταν ἕνα εἶδος χριστιανικοῦ κομμουνισμοῦ ἢ σοσιαλισμοῦ. Ἦταν μία αὐθόρμητη ἔκφραση τῆς πίστης τους ὅτι μὲ τὸ βάπτισμά τους εἶχαν γίνει πλέον «τέκνα» καὶ «οἰκεῖοι» τοῦ Θεοῦ, μέλη τῆς οἰκογένειας τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἐπρόκειτο, δηλαδή, γιὰ κάποια «χριστιανικὴ λύση» τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος οὔτε γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ μίας «χριστιανικῆς δημοκρατίας», ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀποφασιστικὴ ἐγκατάλειψη τῶν νόμων τοῦ κόσμου τούτου καὶ γιὰ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τῆς θείας Ἀγάπης.

Τὸ παράδειγμα τῶν πρώτων χριστιανῶν τῆς Ἱερουσαλὴμ μᾶς δείχνει σαφῶς ὅτι σκοπὸς τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι -ὅπως συχνὰ νομίζουμε- νὰ «λύσει» τὰ ποικίλα προβλήματα ποὺ θέτει κάθε στιγμὴ ἡ κοινωνία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Τὸ Εὐαγγέλιο ἔρχεται νὰ θέσει νέα ἐντελῶς δικά του προβλήματα καὶ νὰ προτείνει νέες ἐντελῶς δικές του λύσεις.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, προτοῦ ἀναζητήσουμε τὴν «χριστιανικὴ λύση» τοῦ κοινωνικοῦ ἢ ὁποιουδήποτε ἄλλου ἀνθρώπινου προβλήματος, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ πιστεύσουμε -μὲ ὅλη τὴ σημασία τῆς λέξης- τὸ «Εὐαγγέλιο», τὴν χαρμόσυνη εἴδηση ποὺ ἀναγγέλλει ἡ Ἐκκλησία, καὶ νὰ δεχθοῦμε τὴν «χάρη» ποὺ μᾶς προσφέρει ὁ Θεὸς ἐν Χριστῷ. Μὲ ἄλλα λόγια, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ παραδοθοῦμε ὁλόψυχα ἢ ἀκριβέστερα ψυχῇ τε καὶ σώματι στὴν Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ δεχθοῦμε νὰ εἰσέλθουμε διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος στὴν Βασιλεία του, φανέρωση καὶ ἐνσάρκωση τῆς ὁποίας εἶναι ἡ τοπικὴ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα.

Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι οὐσιαστικὰ μία «κλήση». ὁ Θεὸς καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐν Χριστῷ γιὰ νὰ τοὺς σώσει. Ἀλλὰ ἡ κλήση αὐτὴ ἀπευθύνεται σὲ πρόσωπα καὶ ὁ ἁγιασμὸς ποὺ χορηγεῖ ὁ Θεὸς στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἁγιασμὸς προσώπων. Τὰ μεγαλύτερα καὶ θλιβερότερα δράματα τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας ὀφείλονται σὲ συγχύσεις καὶ παρεξηγήσεις ποὺ ἐπικράτησαν στὸν τομέα αὐτό, ἰδιαίτερα στὴν ἐποχὴ τοῦ Μεσαίωνα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία θέλησε νὰ ἐκχριστιανίσει καὶ νὰ ἐξαγιάσει τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία προτοῦ νὰ ἐκχριστιανίσει καὶ ἁγιάσει ὅλα τὰ μέλη της.

Ἡ ἄρνηση αὐτὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ νὰ ἐξαγιάσει τὶς φυσικὲς κοινότητες τῶν ἀνθρώπων -ἐκτὸς τῆς οἰκογένειας- δὲν σημαίνει ὅτι οἱ χριστιανοὶ ὀφείλουν νὰ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴν πορεία του. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα. Συχνὰ ἡ προσπάθεια νὰ ἐξαγιάσουμε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐξαγιασθεῖ, μᾶς ὁδηγεῖ σὲ μία καθαρὰ παθητικὴ στάση. Μᾶς δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωση ὅτι πράττουμε ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ πράξουμε καὶ ὅτι δὲν μᾶς ἀπομένει νὰ κάνουμε τίποτε ἄλλο. Ἀλλὰ οἱ φυσικὲς κοινότητες τῶν ἀνθρώπων -καὶ γενικὰ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν παρόντα κόσμο- εἶναι καὶ θὰ παραμείνουν μέχρι τὴν Δεύτερη Ἔλευση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἕνα ἀπέραντο πεδίο δράσης γιὰ τοὺς χριστιανούς.

Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μία ἁγιογραφικὴ εἰκόνα, εἶναι καὶ θὰ παραμείνουν τὸ φύραμα μέσα στὸ ὁποῖο οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ζύμη καὶ τὸ ἅλας. Τὸ ἔργο τῆς ζύμωσης τοῦ φυράματος αὐτοῦ, τὸ ἔργο, δηλαδή, τῶν χριστιανῶν στὸν παρόντα κόσμο, δὲν πρόκειται νὰ τελειώσει πρὶν ἀπὸ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὁ Χριστὸς παρουσιασθεῖ, κάθε χριστιανὸς θὰ κριθεῖ ἀνάλογα μὲ τὴν ἐργασία ποὺ θὰ ἔχει νὰ ἐπιδείξει στὸν τομέα τοῦ ἔργου ποὺ ὁ Χριστὸς τοῦ ἔχει ἐμπιστευθεῖ.

Εἶναι, ὅμως, ἀπαραίτητο νὰ ἔχουμε σαφῆ καὶ εὐκρινῆ ἀντίληψη σχετικὰ μὲ τὴν φύση τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖο ὀφείλουν νὰ ἐργασθοῦν οἱ χριστιανοὶ κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τῆς ἀναμονῆς καὶ τῆς προσδοκίας τοῦ ἐρχόμενου Κυρίου. Ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι σύμφωνη ὅτι τὸ ἔργο αὐτὸ δὲν συνίσταται σὲ μία προσπάθεια ἐξαγιασμοῦ ἀφηρημένων καὶ ἀπρόσωπων ἐννοιῶν, ὅπως π.χ. τοῦ κράτους, τῆς κοινωνίας, τοῦ ἔθνους, τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς τεχνικῆς, ἀλλὰ ἔγκειται στὴν προσπάθεια νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὑπαρκτὰ καὶ συγκεκριμένα πρόσωπα. Δηλαδή, ἄνθρωποι ἀπὸ σάρκα καὶ αἷμα, εἴτε ἀμέσως μέσω τῆς ἱεραποστολῆς, τοῦ κηρύγματος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, εἴτε ἐμμέσως μέσω τοῦ ἀγώνα, τὸν ὁποῖο διεξάγουν κάθε στιγμὴ οἱ χριστιανοὶ μέσα στὴν κοινωνία, στὸ πλαίσιο τοῦ ἐπαγγέλματος ποὺ ἀσκοῦν, στὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο ζοῦν, γιὰ νὰ ἀνοίξουν στοὺς συνανθρώπους τους -στοὺς «πλησίον» τους- τὸν δρόμο τῆς χάρης καὶ τῆς ζωῆς.

Ἀρκεῖ νὰ ρίξει κανεὶς ἕνα βλέμμα σὲ ὅ,τι συμβαίνει σήμερα στὸν κόσμο, γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ πόσο ὀρθὴ καὶ σύμφωνη μὲ τὰ πράγματα εἶναι ἡ ὀρθόδοξη αὐτὴ ἀντίληψη. Πράγματι, ἡ κατάκτηση καὶ ἡ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου, τῆς ὁποίας εἴμαστε σήμερα μάρτυρες, δὲν γίνεται ἀπὸ ἀφηρημένες ἔννοιες οὔτε κὰν ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνική, ἀλλὰ γίνεται ἀπὸ τὰ συγκεκριμένα πρόσωπα ποὺ χειρίζονται αὐτὲς τὶς ἔννοιες, ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ἀνθρώπους ποὺ χρησιμοποιοῦν τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνική. Ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς χριστιανοὺς ἐξαρτᾶται ἂν οἱ συγκεκριμένοι καὶ ζωντανοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι θὰ κατακτήσουν καὶ θὰ μεταμορφώσουν τελικὰ τὸ σύμπαν στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος καὶ ἀληθινοῦ καὶ σύμφωνα μὲ τὸν ἀληθινὸ σκοπὸ τοῦ ἀνθρώπου ἢ ἂν θὰ τὸ πράξουν στὸ ὄνομα ἰδεῶν ἐμπνευσμένων ἀπὸ τὴ σοφία καὶ τὴ σύνεση τοῦ κόσμου τούτου.

Γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦν, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι στὴν Ἐκκλησία, πρέπει ἡ Ἐκκλησία νὰ παρουσιασθεῖ σὲ αὐτοὺς μὲ τὴν πραγματική της μορφὴ καὶ ὑπόσταση, πρέπει, δηλαδή, νὰ παρουσιασθεῖ ὡς ἡ κοινότητα ἡ ὁποία εἶναι θεμελιωμένη πάνω στὴν Ἀγάπη καὶ ἡ ὁποία ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἡ εὐθύνη μας ὡς Ὀρθόδοξων στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι πολὺ μεγάλη, γιατὶ ὅπως ἀκριβῶς πιστεύουμε, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη ποὺ διατήρησε μέχρι σήμερα ἄθικτη τὴν ἀρχὴ μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ὑπόστασης καὶ διάρθρωσης, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὸν μυστηριακὸ χαρακτήρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ δὲν ἐπέτρεψε νὰ χαθεῖ ἢ νὰ μεταβληθεῖ ἡ ὑπόσταση καὶ ἡ διάρθρωση αὐτὴ σὲ ἕνα εἶδος ἐποικοδομήματος ξένου πρὸς τὴ μυστηριακὴ φύση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ.

Ἀλλὰ ἂν ἡ πίστη μας αὐτὴ εἶναι ὀρθή, τότε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι κατέχουμε σήμερα τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ἐκκλησιολογία. Καὶ αὐθόρμητα τίθεται τὸ ἐρώτημα: πῶς χρησιμοποιοῦμε τὴν ἱερὴ αὐτὴ παρακαταθήκη;

Ἀρκεῖ νὰ θέσει κανεὶς τὸ ἐρώτημα αὐτό, γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ ἀμέσως τὸ μέγεθος τοῦ σκανδάλου. Κομματιασμένοι σὲ πολυάριθμες ἐθνικὲς ὁμάδες, διαιρεμένοι σὲ ἀναρίθμητες ἐκκλησιαστικὲς δικαιοδοσίες, καλλιεργώντας περίεργους μεσσιανισμοὺς καὶ ἄτοπους φυλετισμούς, μὲ τὴν θεολογική μας σκέψη σκοτισμένη ἀπὸ ἰδέες ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν Προτεσταντισμὸ ἢ τὸν Ρωμαιοκαθολικισμὸ -παρὰ τοὺς ρητορικοὺς κομπασμοὺς περὶ αὐστηρῆς προσήλωσής μας στὴν πίστη τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας καὶ τὴν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων Συνόδων- διαψεύδουμε καθημερινὰ τὶς ἐλπίδες, τὶς ὁποῖες πολλοὶ ἐκ τῶν μὴ Ὀρθόδοξων ἀδελφῶν μας ἐναποθέτουν σὲ μᾶς.

Καί, ὅμως, ἂν κατορθώναμε νὰ ὑπερνικήσουμε τὶς ἀντιζηλίες καὶ τὶς ἀντιθέσεις μας, ἂν κατορθώναμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν ἐθνική μας ὑπερευαισθησία καὶ τοὺς ἐθνικούς μας ἀνταγωνισμούς, ἂν πετυχαίναμε νὰ καταργήσουμε τὸ τελείως ἀντορθόδοξο σύστημα τῶν πολλαπλῶν καὶ συχνὰ ἀλληλο-ὑποβλεπόμενων καὶ ἀλληλο-πολεμούμενων ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν, ἂν ἀποφασίζαμε νὰ ὀργανώσουμε τὴν ἐκκλησιαστική μας ζωὴ καὶ τὴν ἐκκλησιαστική μας διοίκηση σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνες, ἂν ἀγωνιζόμασταν εἰλικρινὰ παντοῦ ὅπου βρισκόμασταν, νὰ διατηροῦμε τὴν ὁρατὴ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ φανερώνουμε τὴν ἀληθινὴ φύση τῆς ἐν Χριστῷ ἕνωσης καὶ κοινωνίας, κοντολογίς, ἂν ἐφαρμόζαμε παντοῦ καὶ πάντοτε τὶς ἀρχὲς τὶς ὁποῖες θεωρητικὰ ὑποστηρίζουμε καὶ γιὰ τὶς ὁποῖες συχνὰ περηφανευόμαστε καὶ καυχόμαστε, τότε θὰ ἀνακαλύπταμε ἀσφαλῶς ὅτι οἱ ἱστορικὲς δοκιμασίες, τὶς ὁποῖες γνώρισε ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ καὶ τὶς ὁποῖες καθημερινὰ ἐπικαλούμαστε γιὰ νὰ δικαιολογήσουμε τὴν σημερινὴ κατάστασή μας καὶ τὴν σημερινή μας ἀδυναμία, δὲν θὰ ἦταν παρὰ μία θαυμαστὴ προετοιμασία τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὴν Θεία Πρόνοια γιὰ τὸ μέγα ἔργο ποὺ ἔχει νὰ ἐπιτελέσει στὴν ἐποχή μας.

( Πρόκειται γιὰ εἰσήγηση τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Ἰωάννη Μέγιεντορφ (1926-1990), σπουδαίου πατρολόγου καὶ ἱστορικοῦ τῆς Ἐκκλησίας, στὸ θεολογικὸ Συνέδριο «Ἔφεσος» ποὺ συνῆλθε τὸ θέρος τοῦ 1961 στὴν Ἁγία Παρασκευὴ Ἀττικῆς καὶ εἶχε ὡς θέμα «Ἡ Ἐκκλησία Σῶμα Χριστοῦ». Τὸ κείμενο παραχωρήθηκε ἀπὸ τὸν π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλο καὶ ἡ γλωσσικὴ ἐπιμέλειά του στὴ δημοτικὴ ἔγινε ἀπὸ τὸν Σταῦρο Γιαγκάζογλου.)
Νά προσευχόμαστε ὑπέρ ἀλλήλων
 

Oremus pro in vicem

"Νά προσευχόμαστε ὑπέρ ἀλλήλων"

[ἤ ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ;]

Σεβασμιώτατε Πάτερ,

Σεβάσμιοι Πατέρες, ἀδελφοί μου.

Μέ εὐγνωμοσύνη καί χαρά ἀνταποκρίνομαι στό κάλεσμα τοῦ καλοῦ Σας Δεσπότη νά βρεθῶ μαζί Σας νά εἰσηγηθῶ καί στήν συνέχεια νά συζητήσουμε, ἕνα ὀδυνηρό καί ἄμεσα πιεστικό θέμα, πού εἴτε τό κατανοοῦμε εἴτε ὄχι, εἴτε μᾶς ἀρέσει εἴτε ὄχι, εἶναι γιά τήν ἐποχή μας, ἡ μεγαλύτερη ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας, ἄν δέν θέλουμε φυσικά νά μείνουμε ἕνα εὐσεβές ὑπόλοιπο τῆς κοινωνίας!

Μπροστά σας, ἀγαπητοί πατέρες, εἶμαι μειράκιο καί σέ γνώσεις καί σέ πεῖρα. Συγκαταβεῖτε στήν ἀναίδια μου καί δεχθεῖτε τά λόγια μου ἁπλῶς ὡς ἀφορμή σκέψεων, προερχόμενα ἀπό κάποιον πού ζεῖ σ᾿ ἕνα περιβάλλον ἐκκλησιαστικό, τό ὁποῖο ἐν πολλοῖς χρησιμοποιεῖ τήν σημερινή γλῶσσα.

Πρέπει πλέον νά συζητήσουμε τό θέμα ("μᾶς πρόλαβε τό μεθαύριο" ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος Μητρ. Χαλκηδόνος Μελίτων), ποιά γλῶσσα πρέπει νά χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία σήμερα, ἄν θέλει νά ἐπικοινωνεῖ μ᾿ αὐτούς πού ἀποκαλεῖ ποίμνιό της.

Εὐχαριστῶ θερμά τόν Σεβασμιώτατο πού παρ᾿ ὅτι δέν μέ γνώριζε μέ καλέσε νά μιλήσω σέ σᾶς τούς ἱερεῖς του. Σᾶς εὐχαριστῶ, Σεβασμιώτατε, γιά τήν ἐμπιστοσύνη.

Εὐχαριστῶ καί Σᾶς, ἀγαπητοί πατέρες πού θά μέ ἀνεχθεῖτε νά Σᾶς λέω κοινότοπα πράγματα καί γνωστά. Ὅμως πιστεύω καί κοινούς καϋμούς, γιά μιά παρουσία Ἐκκλησίας, πού θά εἶναι γοητευτικό ἐνδεχόμενο ζωῆς, γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο καί ὄχι εὐσεβές Κ.ΑΠ.Η., στό ὁποῖο… κανείς δέν βιάζεται νά εἰσέλθει! (Πιστέψτε με…!)





Α. Θεοπνευστία.

Μιά "κακομεταχειρισμένη" διδασκαλία.

Ὁ Χριστός δέν ἔχει γράψει τίποτα. Δέν ἄφησε πίσω του ἕνα βιβλίο ἀλλά μιά κοινότητα. Ὄχι μιά σέκτα μυημένων ἀλλά μιά κοινότητα ἀπό ανθρώπους πού ἐστάλησαν νά ἀναγγείλουν ἕνα καλό νέο ὡς τίς ἄκρες τοῦ κόσμου. Αὐτή ἡ κοινότητα μεταφέρει τόν Λόγο.

Χρειάστηκε μιά τριακονταετία μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ καί τόν σωματικό χωρισμό τους καί τότε οἱ ἀπόστολοι βλέποντας νά ἐκλείπουν οἱ πρώτοι μάρτυρες, (δηλαδή οἱ ἴδιοι) ξεκίνησαν νά γράφουν τά Εὐαγγέλια γιά νά προσδώσουν διαχρονικότητα στίς ἀναμνήσεις τους. Ἡ κοινότητα λοιπόν εἶναι πρώτη, εἶναι αὐτή, πού μᾶς δίνει τή Βίβλο. Καί αὐτό συνεχίζεται. Τί θά γινόταν ἡ γνώση τῶν Γραφῶν ἐάν οἱ διάφορες χριστιανικές κοινότητες δέν τήν μετέδιδαν ἀπό γενιά σέ γενιά;

Ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό: εἶναι ἡ κοινότητα αὐτή πού, μέσα σέ ὅλα πού ἔχουν γραφτεῖ γιά τόν Χριστό, ἀποφάσισε ποιά βιβλία θά συμπεριλαμβάνονται στίς Γραφές καί ποιά ὄχι. (Αὐτά πού ὀνομάζονται Ἀπόκρυφα). Ἡ λίστα τῶν βιβλίων πού συμπεριλήφθησαν πῆρε τό ὄνομα «Κανών» δηλαδή "εὐθεῖα γραμμή", πλαίσιο, κανονισμός. Γύρω στό 70 μ.Χ. καί μετά τήν καταστροφή τοῦ ἑβραϊκοῦ κράτους, διδάσκαλοι τοῦ Νόμου συναντήθηκαν στὴν Ἰάμνεια (νότια τοῦ Τέλ Αβίβ) καί ἀποφάσισαν τόν "Κανόνα" καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οἱ χριστιανοί τόν υἱοθέτησαν προσθέτοντας παρόλα αὐτά κάποια βιβλία προερχόμενα ἀπό τήν ἑλληνική μετάφραση τῆς Βίβλου. Γιά τήν Καινή Διαθήκη ἡ λίστα συντάχτηκε κοπιαστικά. Τήν τελική της μορφή πῆρε μόλις στό τέλος τοῦ 4ου αἰώνα.

Τό σημαντικό εἶναι ὅτι τά βιβλία πού ἐπιλέχθηκαν ἦταν αὐτά πού οἱ διάφορες ἐκκλησίες χρησιμοποιοῦσαν αὐθόρμητα στούς ἑορτασμούς τους. Μέσα σέ αὐτά τά βιβλία οἱ κοινότητες ἀναγνώρισαν τήν πίστη τους καί τά ὀνόμασαν «θεόπνευστα», πού σημαίνει ὅτι οἱ συγγραφεῖς τους τά συνέθεσαν φωτισμένοι ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὅμως θεόπνευστα, ὄχι ὑπαγορευμένα. Ἡ Ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων δέν δέχεται τήν κατά γράμμα θεοπνευστία.

"Ἀποτέλεσμα τῆς περί κατά γράμμα θεοπνευστίας διδασκαλίας… ἦτο, ὅτι ἐνδιαφέρθησαν οἱ Δυτικοί νά μάθουν τήν γνησίαν μορφήν τῶν τριῶν γλωσσῶν τοῦ Θεοῦ, τῶν ἑβραϊκῶν, τῶν ἑλληνικῶν καὶ τῶν λατινικῶν καί νά ἐξακριβώσουν τήν ἀκριβῆ μορφήν τῆς ἀποκαλύψεως διά τῆς κατοχῆς τοῦ ἀρχικοῦ καί γνησίου κειμένου τῆς ἁγίας Γραφῆς… διότι τἄχα μόνον εἰς τάς ἀρχικάς γλώσσας ὡμίλησεν ὁ Θεός ἐν ταῖς γραφαῖς εἰς τούς ἀνθρώπους... Οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νά καταλάβουν οἱ Διαμαρτυρόμενοι, ἀλλά καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί (ἄν και ἀπέδιδον μεγάλην σημασίαν εἰς τήν Vulgata) πῶς οἱ Ὀρθόδοξοι ἐθεώρουν ἐξ ἴσου θεόπνευστον μετά τοῦ Ἑβραϊκοῦ κειμένου καί τήν μετάφρασιν τῶν Ἑβδομήκοντα! Ἐξ ὀρθοδόξου ἐπόψεως ἐκεῖνο τό ὁποῖον κάμνει τό κείμενον θεόπνευστον δέν εἶναι αἱ ἀρχικαί λέξεις καθ᾿ ἑαυτάς… Καί τοῦτο, διότι θεόπνευστον δέν εἶναι τό κείμενον καθ᾿ ἑαυτό, ἀλλά θεόπνευστος εἶναι ὁ γράφων… Ὄχι μόνον ὁ γράφων, ἀλλά καί ὁ διαβάζων πρέπει νά γνωρίζει γράμματα. Ὄχι μόνον ὁ γράφων περί μαθηματικῶν πρέπει νά γνωρίζει μαθηματικά, ἀλλά καί ὁ διαβάζων καί ὁ ἑρμηνεύων τά γραφόμενα τοῦ μαθηματικοῦ πρέπει νά γνωρίζῃ τά μαθηματικά. Τό ἴδιον ἀκριβῶς ἰσχύει διά τήν διά κειμένων μετάδοσιν οἱασδήποτε ἐπιστήμης. Καί διά ποῖον λόγον νά ἐξαιρῆται, ἡ ἁγία Γραφή;" (π. Ἰω. Ρωμανίδη: Δογματική και Συμβολική θεολογία. Ἐκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ - 1981, σελ. 171-174, επιλογή).

Στά Εὐαγγέλια καταγράφεται ἡ εμπειρία τῶν Ἀποστόλων ἀπό τήν σχέση τους μέ τόν Χριστό. Ἡ ἐξωτερική σχέση καί ἡ πνευματική σχέση. Αὐτά ὅμως τά κείμενα δέν εἶναι ἕνα ὑπαγορευμένο "τηλεγράφημα" τοῦ Χριστοῦ στούς ἀνθρώπους, ἀλλά ἔκφραση, περιγραφή καί διήγηση τῆς προσωπικῆς τοῦ καθενός συγγραφέα πρόσληψης, τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἀπόστολοι συγγραφεῖς εἶναι πραγματικοί συγγραφεῖς πού ἐμψυχώνονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Γράφουν ὅμως μέ τή δική τους ἰδιοσυγκρασία, στή δική τους κουλτούρα, σέ γλῶσσες πού χρησιμοποιοῦνται ἐκεῖ πού βρίσκονται, μέ βάση τίς ἀνάγκες τῶν κοινοτήτων, ὅπου κατοικοῦν. Δηλαδή γράφουν βιβλία τοποθετημένα στό χρόνο καί στό χῶρο.

Ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ δέν ἔχουμε ἱερή γλῶσσα! Δέν γνωρίζουμε παρά μόνο στά ἑλληνικά τά λόγια πού ὁ Χριστός πρόφερε στά ἀραμαϊκά, καί τά ἀκοῦμε τώρα στή γλῶσσα τοῦ κάθε τόπου. Ἐπιπλέον ἔχουμε τέσσερα Εὐαγγέλια ἐντελῶς διαφορετικά, ἰδιαίτερα αὐτό τοῦ Ἰωάννη. Εἶναι βέβαια Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ ἀλλά («σύμφωνα μέ», ὅπως τά βλέπουν δηλαδή) ὁ Ματθαῖος ἤ ὁ Μάρκος ἤ ὁ Λουκᾶς.

Γιά τούς περισσότερους ἀπό ἐμᾶς, πρέπει μέ εἰλικρίνεια νά τό ὁμολογήσουμε, λειτουργεῖ μέσα μας μιά πίστη πού στηρίζεται περισσότερο στήν ἐγκυρότητα ἑνός κειμένου (τελικά sola scriptura) καί λιγότερο στήν περιπέτεια τῆς αὐτοπαράδοσης στά χέρια τοῦ Χριστοῦ μέσω τῆς ὅλης διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας.

Δέν θέλουμε νά σκεφτοῦμε ὅτι σχεδόν διακόσια χρόνια οἱ κατά τόπους Ἐκκλησίες δέν διέθεταν κανένα κείμενο παρά μόνο τήν προφορική παράδοση τῶν Ἀποστόλων, πού σύστησε τήν τοπική τους Ἐκκλησία. Καί αὐτό πού τούς παρεδόθη ἦταν ἡ διδασκαλία γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Γραφή δέν εἶναι ἀποκάλυψη. Εἶναι λόγος γιά τήν Ἀποκάλυψη πού εἶναι μόνο ὁ Χριστός. Ἡ ποιότητα τῆς ζωῆς τῶν μελῶν κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας βεβαίωνε τούς ἀνθρώπους γιά τήν ἀλήθεια. Ἐμπιστευόντουσαν καί προχωροῦσαν. Πρός τά ποῦ; Πρός τόν θάνατο, πού ἦταν πλέον νικημένος ἀπό τόν Ἀναστάντα Χριστό. "Ἡ χαρά τῆς καρδίας αὐτῶν ἐνέπαιζε τόν θάνατον" πού λέει καί ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, μέσα στόν ἴδιο κύκλο κι αὐτός.





Β. Μεταφράσεις. - Ἕνας "ἀνεδαφικός τρόμος".


Ξεκινώντας πάνω σ᾿ αὐτήν τή βάση καί ἔχοντας ἀποσαφηνίσει μέσα μας ὅτι θεόπνευστα (ὄχι μέ τήν ἔννοια τῆς κατά γράμμα θεοπνευστίας, ἀλλά μέ τή νοηματική) εἶναι μόνον τά Γραφικά (τῆς Γραφῆς δηλαδή) κείμενα ἀρχίζουμε νά βλέπουμε μέ ἡσυχία τό ἐνδεχόμενο καί τήν πιθανότητα κάποιων μεταφράσεων τῶν ἐν χρήσει Λειτουργικῶν Κειμένων.

Ἀρχική τοποθέτηση καί διαπίστωση: Δέν μεταφράζονται ποιητικά κείμενα! Ὕμνοι, κανόνες, τροπάρια, ἀπολυτίκια ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ νά μεταφραστοῦν! Χρειάζονται… ἄλλα μέτρα γιά κάτι τέτοιο. Ἄς μή ἐπεκταθοῦμε σέ αὐτονόητες διευκρινίσεις.(Τό βλέπουμε στήν συζήτηση).

Χρειάζεται νά ποῦμε ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἡ προσπάθεια μεταφορᾶς τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος στήν σήμερα ὁμιλουμένη δημοτική δέν εἶναι μιά μετάφραση ἀπό κάποια γλῶσσα σέ ἄλλη γλῶσσα, ἀλλά εἶναι ἐνδογλωσσική μετάλλαξη. Ὅλοι ξέρετε τούς Ἰαμβικούς Κανόνες, τούς στίχους στά Συναξάρια τῶν Μηναίων, τά Κοντάκια ὡς ὑπόλοιπα τῶν Ὕμνων τοῦ ἁγ. Ρωμανοῦ, τήν διαφορά γλώσσας ἀνάμεσα σέ εὐχές Μυστηρίων καί Θ. Λειτουργίας, τίς σύγχρονες ἀκολουθίες! Δηλαδή, ἀπό τά Ὀμηρικά, τήν κοινή Ἑλληνική, τά ἰδιότυπα τοῦ Βυζαντινοῦ Μεσαίωνα, μέχρι καί σήμερα, ΟΛΟΙ οἱ γλωσσικοί τύποι χωρᾶνε στήν Ἐκκλησία καί καλῶς!

Αὐτά δείχνουν τήν ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας νά ἔχει, διαχρονικά ἐλεύθερο, τό θέμα τῆς ἐπιλογῆς, ὑπό τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς γλωσσικῆς μορφῆς τῆς λατρείας. Γιατί λοιπόν ὄχι καί στό σημερινό γλωσσικό ἰδίωμα;

Οἱ Ἑβραῖοι ὅταν πιά δέν καταλάβαιναν τό Μασωρητικό κείμενο τό μετέφρασαν στά τότε ὁμιλούμενα καί ἀπό αὐτούς Ἑλληνικά (Μετάφραση τῶν Ο΄) καί τό γεγονός τό γιόρταζαν κατ᾿ ἔτος στό νησί Φάρος τῆς Ἀλεξάνδρειας μέ τριήμερες γιορτές, ὅπως λέει ὁ Ἰουδαῖος Φίλων. Γιά τήν Δυτική Ἐκκλησία ὑπῆρξαν πολλές Λατινικές μεταφράσεις μέ κατάληξη τήν γνωστή Vulgata πού σημαίνει λαϊκή μετάφραση.

Γιά τήν Ἀνατολική Ἐκκλησίας τό θέμα τῶν μεταφράσεων σέ ἄλλες γλῶσσες τό προώθησε ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (Ἁρμενικά) καί οἱ ἅγιοι Κύριλλος καί Μεθόδιος (Σλαβονικά) φτιάχνοντας γραμματικοσυντακτικά τήν γλῶσσα αὐτή καί ξεπερνώντας τίς τυχόν "παραδοσιακές" ἀντιρρήσεις τῶν τριγλωσσιτῶν τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρώμης.

Καμμία θεολογική βάση καί κανένα κανονικό ἔρεισμα δέν ἔχει, ἡ ἀντίρρηση γιά τίς μεταφράσεις! Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τῆς φανερώσεώς της ἐν χρόνῳ, χρησιμοποιεῖ τά τοπικά γλωσσικά ἰδιώματα. Ὁ ἁγ. Γρηγόριος Νύσσης ΕΜΠΑΙΖΕΙ τόν αἱρετικό Εὐνόμιο καί τούς ὀπαδούς του Εὐνομιανούς πού εἶχαν ἀντιλήψεις, σχετικές μέ κάποιους σημερινούς, γιά ἱερότητα τῆς γλώσσας!!


Οὔτε οὖν Ἑβραία τοῦ Θεοῦ ἡ φωνή, οὔτε καθ᾿ ἑκάτερον τινα τύπον τῶν ἐν τοῖς ἔθνεσι νενομισμένων προφερομένη, ἀλλ᾿ ὅσοι τοῦ Θεοῦ λόγοι παρά τοῦ Μωϋσέως ἤ τῶν προφητῶν ἐνεγράφησαν, ἐνδείξεις εἰσί τοῦ Θείου θελήματος, ἄλλως καί ἄλλως κατά τήν ἀξίαν τῶν μετεχόντων τῆς χάριτος τῷ καθαρῷ καί ἡγεμονικῷ τῶν ἁγίων ἐλλάμπουσαι.

Οὔτε τά ἑβραϊκά εἶναι ἡ "γλῶσσα" τοῦ Θεοῦ, οὔτε κάποιο ἄλλο γλωσσικό ἰδίωμα τῶν εἰδωλολατρικῶν λαῶν. Τά λόγια τοῦ Θεοῦ πού γράφτηκαν ἀπό τόν Μωϋσῆ ἤ τούς προφῆτες, δέν εἶναι παρά ἡ φανέρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ... (ἁγ. Γρηγόριος Νύσσης)


"Ὁ Μωϋσῆς πολλαῖς ὕστερον γενεαῖς τῆς πυργοποιΐας γενόμενος, μιᾷ τῶν μετά ταῦτα κέχρηται γλώσση, ἱστορικῶς τήν κοσμογενίαν ἡμῖν διηγούμενος, καί τινας τῷ Θεῷ προσάπτει φωνάς, τῇ ἑαυτοῦ γλώσση καθ᾿ ἥν πεπαίδευτό τε καί συνείθιστο, ταῦτα δεξιών, καί οὐκ ἀλλάσσων τὰς τοῦ Θεοῦ φωνάς ἀλλοιοτρόπῳ τινί καί ξενίζοντι φωνῆς χαρακτῆρι, ὥστε διά τοῦ ξένου τῆς συνηθείας καί παρηλλαγμένου τῶν ὀνομάτων, αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι τάς φωνάς κατασκευάζειν, ἀλλά τῇ συνήθει χρώμενος γλώσσῃ, ὁμοίως τά τε ἑαυτοῦ καί τά τοῦ Θεοῦ διεξέρχεται".

"Ὁ Μωϋσῆς γεννήθηκε πολλά χρόνια μετά τήν πυργοποιΐα τῆς Βαβέλ καί χρησιμοποιεῖ μιά ἀπό τίς γλῶσσες πού προέκυψαν μετά τήν Βαβέλ, γιά νά μᾶς διηγηθεῖ περιγραφικά τήν κοσμογένεση. Βάζει τόν Θεό, νά χρησιμοποιεῖ ὡς γλῶσσα αὐτήν, στήν ὁποία εἶχε ἐκπαιδευτεῖ (ὁ Μωϋςῆς) καί τήν εἶχε συνηθίσει. Δέν ἀλλοιώνει τήν γλώσσα τοῦ Θεοῦ ὅτι δῆθεν (ἡ γλῶσσα... τοῦ Θεοῦ) ἔχει κάποιο ἐντελῶς ἰδιότυπο καί παράξενο φωνητικό χαρακτήρα, ὥστε μέ κάτι περίεργες (ὅσον ἀφορᾶ τά συνηθισμένα), διαφορετικές λέξεις, νά παριστάνει, ὅτι εἶναι ἡ φωνή-γλῶσσα τοῦ Θεοῦ! Μέ τήν ἴδια συνηθισμένη γλῶσσα περιγράφει, καί τά σχετικά μέ τόν ἄνθρωπο, καί τά σχετικά μέ τόν Θεό".

Καί καταλήγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης:

"Ἡ Θεία Γραφή τοῖς ἐν τῷ βίῳ τετριμμένοις ὀνόμασι πρός διδασκαλίαν ἡμῖν συγκέχρηται". Δηλαδή ἡ ἁγία Γραφή χρησιμοποιεῖ ἐξίσου γιά διδασκαλία μας τὶς λέξεις πού χρησιμοποιοῦμε στήν καθημερινή ζωή καί πράξη.

"Παρηγοριά ἀπό τόν Θεό" σημαίνει στά ἑβραϊκά τό ὄνομα ἑνός ἀπό τούς ἐνδοξότερους διοικητές τῶν Ἑβραίων, τοῦ Νεεμία (433 π.Χ.). Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μέ ἱκανότητες καί προσόντα καί βασική ἀρχή του τήν ἀγάπη γιά τόν Θεό. Μέ τήν σύνεση καί τόν δυναμισμό του κατόρθωσε νά ἐλευθερώσει καί τόν ὑπόλοιπο λαό τοῦ Θεοῦ πού εἶχε μείνει στήν Βαβυλώνα, αἰχμάλωτος. Μπόρεσε νά ξαναχτίσει τά τείχη τῆς κατεστραμμένης Ἱερασουλήμ καί τό σπουδαιότερο νά ἀποκαταστήσει τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ καί τήν τιμή καί τήρηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου.

Ἄνθρωπος μέ φόβο Θεοῦ καί ἀγάπη γιά τόν λαό Του συνειδητοποίησε ὅτι χωρίς τήν γνώση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ὁ λαός δέν πρόκειται καθόλου νά προκόψει καί νά βαθύνει τήν σχέση καί τήν ἀγάπη του πρός τόν Θεό. (Ὅταν γιά λίγο ἀπουσίασε οἱ Ἑβραῖοι ἐπέστρεψαν στά προηγούμενα χάλια τους!). Ἐπειδή λοιπόν ὁ λαός μετά ἀπό διακόσια χρόνια συνοίκηση μέ τούς Ἀσσυρίους καί τούς Πέρσες μιλοῦσε πλέον Ἀραμαϊκά καί δέν κατανοῦσε τήν γλῶσσα τῶν Γραφῶν, καθιέρωσε τήν μετάφραση τῶν κειμένων στήν γλῶσσα τοῦ λαοῦ!

Ἄς ἀκούσουμε τό ἴδιο τό κείμενο τῆς Γραφῆς νά μᾶς διηγεῖται τό θέμα. Στό κεφάλαιο ὀκτώ (8) τοῦ Βιβλίου Νεεμίας (ἤ Β’ Ἔσδρας) καί εἰδικότερα στούς στίχους 5 ἕως 12 ὁ Ἔσδρας διαβάζει τόν νόμο στόν λαό:

... 5 Ἔτσι ὅπως στεκόταν ὁ Ἔσδρας ψηλότερα ἀπ' ὅλο τό λαό, ἄνοιξε τό βιβλίο μπροστά τους -κι ὅταν τό ἄνοιξε, σηκώθηκαν ὅλοι ὄρθιοι.

6 Τότε ὁ Ἔσδρας δόξασε τόν Κύριο, τό μεγάλο Θεό, καί ὅλος ὁ λαός ἀπάντησε «ἀμήν, ἀμήν!» ὑψώνοντας τά χέρια. Ὕστερα ἔσκυψαν τά κεφάλια τους καί προσκύνησαν τόν Κύριο μέ τό πρόσωπο στή γῆ.

7 Μετά σηκώθηκαν, καί οἱ λευίτες Ἰησοῦς, Βανί, Σερεβίας, Ἰαμεῖν, Ἀκκούβ, Σαββεθάι, Ὠδίας, Μαασεΐας, Κελιτά, Ἀζαρίας, Ἰωζαβάδ, Ἀνανίας καί Πελαΐας τούς ἐξηγοῦσαν τό νόμο. Κανένας δέν κουνήθηκε ἀπό τή θέση του.

8 Τούς ἔκαναν προφορική μετάφραση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καί τούς τόν ἐξηγοῦσαν, γιά νά καταλαβαίνει ὅλος ὁ λαός τί τούς διάβαζαν.

9 Ὁ κυβερνήτης Νεεμίας καί ὁ Ἔσδρας, ἱερέας καί γνώστης τοῦ νόμου, καθώς καί οἱ λευίτες, πού ἐξηγοῦσαν τό κείμενο, εἶπαν στό λαό: «Ἡ ἡμέρα αὐτή εἶναι ἀφιερωμένη στόν Κύριο τό Θεό σας! Δέν εἶναι ὥρα τώρα γιά κλάματα καί πένθη», γιατί ὅλος ὁ λαός ἔκλαιγε ἀκούγοντας νά διαβάζεται ὁ νόμος.

10 Ὁ Νεεμίας εἶπε ἀκόμα: «Πηγαίνετε στά σπίτια σας, φᾶτε ἀπό τά πιό ἐκλεκτά φαγητά, πιεῖτε γλυκό κρασί καί στεῖλτε φαγητό σ' ὅποιον δέν ἔχει τίποτε νά ἑτοιμάσει»! Ἡ σημερινή μέρα εἶναι ἀφιερωμένη στόν Κύριό μας! Καί μή στενοχωριέστε, γιατί ἡ χαρά πού δίνει ὁ Κύριος εἶναι ἡ δύναμή σας».

11 Τό ἴδιο καί οἱ λευίτες καθησύχαζαν τόν λαό λέγοντάς τους: «Ἠρεμῆστε καί μή στενοχωριέστε! Ἡ σημερινή μέρα εἶναι ἀφιερωμένη στόν Κύριο». 12 Ἔτσι ὅλος ὁ λαός ἔφαγε καί πῆγαν σπίτια τους νά φᾶνε καί νά πιοῦν. Ἔστειλαν καί μερίδες φαγητοῦ σ' ἐκείνους πού δέν εἶχαν νά ἑτοιμάσουν τίποτα. Καί πανηγύρισαν τή μεγάλη γιορτή, γιατί εἶχαν καταλάβει τά λόγια πού τούς ἐξήγησαν.

…………………………………………………………………………

13, 22 Θυμήσου με, Θεέ μου, ἐπίσης καί γι᾿ αὐτό καί σπλαγχνίσου με, ἀφοῦ τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀγάπη σου.

Τί ἔξοχα ὅλα αὐτά καί τί ἀπελπισία ἡ σημερινή θρησκευτική πραγματικότητα, πού στενόκαρδα καί παράλογα, ἐπιμένει σέ τύπους καί μορφές καί ὄχι στήν οὐσία τῆς σχέσεως μέ τόν Θεό πού εἶναι ἡ ὁλοκάρδια ἀλλαγή καί ἡ λατρεία Του "ἐξ ὅλης" ψυχῆς καί διανοίας καί καρδίας καί χειλέων!;

Τί λογική καί ἐλεύθερη ΤΟΤΕ καί πόση στενόκαρδη καί κοντόθωρη (παρά πᾶσαν θεολογική βάση) ΤΩΡΑ… ἡ θεολογία μας.

Σήμερα πλέον κινδυνεύουμε νά καταλήξουμε σέ γνωστικιστές ἀπολυτότητες "Ἑρμητικοῦ" τύπου (Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος), ἀφοῦ πολλοί ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας (ἱερεῖς καί μή) εὔκολα συμφωνοῦν μέ τήν γνώμη: "Οὐδέ γάρ πάντως τήν αὐτήν διασώζειν διάνοιαν μεθερμηνευόμενα τά ὀνόματα, ἀλλ᾿ ἔστι τινά καθ᾿ ἕκαστον ἔθνος ἰδιώματα, ἀδύνατα εἰς ἄλλο ἔθνος διά φωνῆς σημαίνεσθαι. Ἔπειτα κἄν εἰ οἷόν τε αὐτά μεθερμηνεύειν, ἀλλά τήν γε δύναμιν οὐκέτι φυλάττει τήν αὐτήν".

Δηλαδή: "Δέν διατηροῦν τό ἴδιο νόημα τά ὀνόματα ὅταν μεταφρασθοῦν σέ ἄλλη γλῶσσα. Ὑπάρχουν σέ μερικά ἔθνη κάποια ἰδιώματα τά ὁποῖα δέν εἶναι δυνατόν νά μεταφρασθοῦν-φανερωθοῦν σέ ἄλλη ἐθνική γλῶσσα! Ἀκόμα καί ἄν μπορέσουμε νά τά ἑρμηνεύσουμε, δέν θά συνεχίσουν νά ἔχουν τήν ἴδια δύναμη! Μιά τελείως μαγική ἀντίληψη πού ἀσκεῖ ὅμως γοητεία καί γίνεται ἀποδεκτή.



Γ. Συναισθηματισμός καί… Μέθεξις.


Γράφει σέ γράμμα του στό φοιτητικό Περιοδικό Η ΔΡΑΣΙΣ ἕνας καθηγητής τῶν ΤΕΙ Σερρῶν, διηγούμενος ἐμπειρίες του ἀπό τήν λειτουργική ζωή τῆς σημερινῆς ἐκκλησίας:

"Διάβαζα πρόσφατα, πάνω ἀπό τό νεκρό σῶμα τοῦ πεθεροῦ μου… Ψαλμούς... Διάβαζα καί οἱ γύρω καθήμενοι σιωποῦσαν ὥρα πολλή. Ὥσπου ἀναρωτήθηκα ἐάν κανείς καταλάβαινε ἔστω ἐλάχιστα ἀπό αὐτά πού διάβαζα. Ρώτησα, μά κανείς δέν καταλάβαινε τίποτα... Πῶς γίνεται νά κάνουμε κάτι πού δέν καταλαβαίνουμε;... Τούς ρώτησα καί μοῦ εἶπαν ὅτι θά ἤθελαν νά καταλαβαίνουν."

Καί συνεχίζει:

"Μετά τόν κυριακάτικο ἐκκλησιασμό, ὁ χριστιανός πῆγε στό καφενεῖο τοῦ χωριοῦ... Τόν ρώτησαν οἱ φίλοι του… πῶς ἦταν ἡ λειτουργία σήμερα. Ἀπάντησε: «Σήμερα ἡ λειτουργία εἶχε καλά γράμματα». Δηλαδή τί ἐννοεῖς «καλά γράμματα» ρώτησαν τόν ἀγράμματο… «Δέν ξέρω νά σᾶς πῶ, ἀλλά σήμερα εἶχε πολύ καλά γράμματα»".

……………………………………………………………………

Γεώργιος Πάσχος

Καθηγητής Ἐφαρμογῶν Τ.Ε.Ι. Σερρών



Καί ἡ ἀπάντηση τοῦ Περιοδικοῦ:

Ὁ προβληματισμός Σας (πού ἐκφράζετε γιά τήν ἀνάγκη τῶν μεταφράσεων) εἶναι βάσιμος…

… Ὅμως ὅταν ὁ ἀγράμματος Χριστιανός λέει -ὅπως γράφετε- «σήμερα ἡ λειτουργία εἶχε πολύ καλά γράμματα», αὐτό ἔχει πολύ μεγάλο βάθος: Σημαίνει ὅτι ἡ θεία χάρις «ἄγγιξε» τήν ψυχή του, τήν καρδιά του, καί τόν πλημμύρισε μέ τίς δωρεές της. Μπορεῖ νά μήν κατάλαβε τήν ἀκριβῆ ἔννοια τῶν λεγομένων, ἀλλά «ἔζησε» τή Θεία Λειτουργία.

…………………………………………………………………



Ἀγαπητοί Πατέρες,

Νά φθάνεις στά δάκρυα καί νά ἔχεις δυνατές συγκινήσεις δέν εἶναι πάντα ἀναγκαῖο γιά νά βεβαιώνεσαι γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀγάπη Του! Στήν πορεία μας στήν πίστη, κάποιες στιγμές, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐνέργειά Του πάνω μας ἐμφανίζονται εὐδιάκριτα. Βιώνουμε τότε τήν ἐμπειρία νά συγκλονιζόμαστε ἀπό μία λέξη, ἕνα στίχο τῆς Γραφῆς, ἕνα λόγο. Στήν προσωπική προσευχή ἤ κατά τή διάρκεια μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς γιορτῆς αὐτή ἤ αὐτές οἱ λέξεις ἀποσπῶνται καί ἀντηχοῦν. Ἔρχονται νά μιλήσουν στήν καρδιά μας, κάνοντας νά γεννηθῇ μιά βαθειά εἰρήνη, μιά χαρά, ἕνα ξέσπασμα, ἕνα "τραῦμα πού ὑπόσχεται ζωή".

Ὡστόσο ὑπάρχουν στιγμές πού ἡ πνευματική ζωή γίνεται λιγότερο ἀπολαυστική, περισσότερο ἄγονη. Τότε μπαίνουμε στόν πειρασμό νά στενοχωριόμαστε καί ν᾽ ἀμφιβάλλουμε γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἀφήνουμε νά μπαίνουν μέσα μας ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ λογισμοί λιγότερο ἤ περισσότερο ἀρνητικοί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὁδηγοῦν στήν ἀποθάρρυνση, στήν ἀπογοήτευση.

Στήν πραγματικότητα, ν᾽ ἀγαπᾶς τόν Θεό σημαίνει νά δέχεσαι νά μήν αἰσθάνεσαι πάντα τήν παρουσία Του: ἀντί ν᾽ ἀρεσκόμαστε σέ μιά συμπεριφορά κακομαθημένου παιδιοῦ πού ἀπαιτεῖ ἀδιάκοπα νέες ἀποδείξεις ἀγάπης, νέες ἱκανοποιήσεις, νέα φῶτα γιά νά προχωράει, μαθαίνουμε νά μπαίνουμε σέ μιά πιό μεγάλη δωρεά καί σέ μιά πιό βαθειά ἐμπιστοσύνη.

Μιά ὑπερβολική ἀναζήτηση εὐχαρίστησης καί συγκίνησης μπορεῖ νά γίνει ἕνα ἀπ᾽ τά κυριώτερα ἐμπόδια τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη μετριέται στήν ἱκανότητά μας ν᾽ ἀγαπᾶμε τόν ἄλλον γι᾽ αὐτόν τόν ἴδιο πρώτιστα, καί ὄχι γιά τή συναισθηματική ἱκανοποίηση πού μᾶς παρέχει! Κι ὅμως, πρέπει νά ὁμολογήσουμε ὅτι τό ἐνδιαφέρον μας γιά τόν Θεό βρίσκεται κάποτε σέ μεγάλη ἐξάρτηση ἀπ᾽ αὐτό πού μᾶς δίνει. Φτάνουμε μάλιστα, κάποιες φορές, στό σημεῖο νά Τόν κατηγοροῦμε ὅτι δέν μᾶς δίνει τήν παρηγοριά καί τή συγκίνηση πού ἐλπίζουμε.

Κακά τά ψέματα! Ἡ γνώση καί ἡ συνείδηση τῶν λεγομένων εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση σχέσεως. Καί ὁπωσδήποτε, ἀπαιτεῖται «θράσος» νά ζητᾶμε νά μᾶς ἀκούσει, ἐνῶ ἐμεῖς δέν καταλάβαμε τί Τοῦ εἴπαμε!!!

Ἡ ἀνάγκη καί τό σωστό εἶναι, ὁ χριστιανός «συναγόμενος» στήν Εὐχαριστία ἤ στίς ἀκολουθίες νά μπορεῖ νά προσεύχεται μαζί μέ τόν ἱερέα, καί ὄχι νά πρέπει νά σκέφτεται τί λέει ὁ ἱερέας, ἀκόμη καί ἄν εἶναι κατανοητή ἡ γλώσσα. Πολύ περισσότερο ὅταν ὁ χριστιανός βρίσκεται στήν κατάσταση πού ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α' Κόρ. 14, 16), δηλαδή νά μή μπορεῖ νά πεῖ τό ἀμήν, ἀφοῦ τίποτε δέν κατάλαβε ἀπό τά λεγόμενα!

Τά μυστήρια τῆς ἐκκλησίας καί ἐξηγοῦνται καί κατανοοῦνται, ὅσον ἀφορᾶ τήν προσευχή καί τά τελούμενα.

Ἄγνωστο-Μυστήριο εἶναι ὁ τρόπος παρέμβασης τοῦ Χριστοῦ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήν μεταβολή τῶν Δώρων τῆς Εὐχαριστίας ἤ τοῦ Εὐχελαίου ἤ τῆς καθιέρωσης τῶν χειροτονιῶν ἤ τοῦ Ἁγιασμοῦ καί γενικῶς τῶν ὅποιων μυστηρίων ἤ πράξεων.

Ὁ Χριστός καί οἱ ἐνέργειες Του εἶναι ὑπέρ λόγον. Τά τελούμενα ἀπό μᾶς καί δι᾿ ἡμῶν εἶναι καί πρέπει νά εἶναι στό χῶρο τῆς λογικῆς καί τῆς κατανόησης, ἀλλιῶς εἶναι στόν χῶρο τῆς μαγείας καί ὁ ἱερέας ἀντί διάκονος τῆς σωτηρίας τῶν ἀδελφῶν καταντᾶ "ὁ μάγος τῆς φυλῆς". Χωρίς τουλάχιστον γνώση-κατανόηση τῶν λεγομένων στήν Θ. Εὐχαριστία ἤ τά μυστήρια, ὁ δρόμος εἶναι ἐπικινδύνως ὀλισθηρός γιά ἕνα "μαγικό" προσανατολισμό στόν ὁποῖον ἀπό μέν τούς κληρικούς θά ἰσχύει τό "ἡ ἰσχύς ἐν τῇ ἀσαφίᾳ" ἀπό δέ τούς πιστούς, μία ἀφασιακή "συμμετοχή" σέ λεγόμενα καί τελούμενα πού δέν ζητοῦν τήν δική τους μετοχή παρά μόνον σωματικά καί ἀπό τῶν ὁποίων τήν τελετουργία ἀναμένεται ἡ σωτηρία! (Γαλάτας 5, 2).

Στήν εὐχή πού ἀκολουθεῖ μετά τούς τρεῖς ἀφορκισμούς τῆς ἀκολουθίας "εἰς τό ποιῆσαι κατηχούμενον" εὐχόμαστε καί παρακαλοῦμε: "Διάνοιξον αὐτοῦ τούς ὀφθαλμούς τῆς διανοίας, εἰς τό αὐγάσαι ἐν αὐτῷ τόν φωτισμόν τοῦ Εὐαγγελίου σου" καί στήν Θ. Λειτουργία πρό τῆς ἀναγνώσεως τῶν περικοπῶν Ἀποστόλου καί Εὐαγγελίου προσευχόμαστε καί πάλι λέγοντας: "Ἔλλαμψον ἐν… ταῖς καρδίαις ἡμῶν τό τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς καί τούς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμούς εἰς τήν τῶν Εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν"…

Ὁ μέγας ἅγιος τῆς Φιλοκαλίας ὁ Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Θεόληπτος γράφει:

"Νά ἐφαρμόζεις τήν ψαλμωδία μέ τό στόμα, βέβαια μέ πολύ ἥσυχη φωνή καί "ἐπιβλέποντας" τό μυαλό σου νά μή σκορπίζει ἡ προσοχή του. Νά μήν ἀνέχεσαι νά ἀφίνεις ἀκατανόητο κάτι ἀπό τά λεγόμενα. Ἄν κάποτε κάτι διαφύγει τήν προσοχή τοῦ νοῦ σου, ἐπανάλαβε τόν στίχο ὅσες φορές καί ἄν χρειαστεῖ, μέχρις ὅτου κατορθώσεις νά συμπορεύεται ἡ προσοχή τοῦ μυαλοῦ σου μέ τά λεγόμενα"!!

Τό κείμενο αὐτό τοῦ ἁγίου Θεολήπτου Φιλαδελφείας διαφωτίζει πλήρως τό θέμα: μή ἀνεχόμενος ἀδιανόητόν τι τῶν λεγομένων καταλιπεῖν!

Ὅλοι ξέρουμε ὅτι ὁ ἀγώνας μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι νά καθαρισθεῖ "τό βρώμικο παληομάγαζο τῆς καρδιᾶς" (W. Yeats).

Καί μέ τήν Εὐχαριστία καί μέ τά μυστήρια τό ἐπιδιωκόμενο εἶναι ὁ χριστιανός νά "ἀκούσει" τόν χτύπο τοῦ Χριστοῦ στήν πόρτα τῆς καρδιᾶς του καί νά Τοῦ ἀνοίξει. Τότε Ἐκεῖνος "εἰσελεύσεται πρός αὐτόν καί δειπνήσει μετ' αὐτοῦ..." (Ἀποκάλ. 3, 20). Αὐτό εἶναι τό σκοπούμενο τῆς ἀνάγκης τῶν μεταφράσεων. Αὐτή τήν στιγμή τό "χτύπημα" τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται ἀκουστό.

Ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας τόν 20ο αἰῶνα, ὁ ἅγιος Νεκτάριος στήν 16η Ἐπιστολή του πρός τίς μοναχές τοῦ μοναστηριοῦ του γράφει: "Θέλω οἱ λόγοι νά ὁμιλῶσιν εἰς τήν καρδία σας· θέλω νά μή ἐκτελῆται τύπον προσευχῆς, ἀλλά λατρείαν· διοτί ἡ καρδία ἐκ τῆς λατρείας ἱκανοποιεῖται καί οὐχί ἐκ τῶν τύπων· οὐχί ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ὅλων τῶν κανόνων, οἵτινες ἐγράφησαν διά τόν πανηγυρισμόν τῶν ἁγίων, ἀλλά ἐκ τοῦ ποιοῦ τῆς προσευχῆς. Ἐπιθυμῶ νά μέ ἐννοεῖτε τί λέγω".



Δ. Φόβοι, διάφοροι καί ἀσαφεῖς.


Ἡ ἔνσταση ὑπάρχει γιά τό ὅτι χάνεται μέ τήν μετάφραση (ἔτσι ἰσχυρίζονται) ἡ ὀμορφιά καί ἡ ἀκριβολογία τῆς ἀρχαίας γλώσσας. Αὐτό τό "ἐπιχείρημα" μοιάζει μέ τήν ἔνσταση τῶν ἀρχαίων ἐκείνων αἱρετικῶν πού θεωροῦσαν τόν τρόπο γέννησης τοῦ Χριστοῦ διά τῆς φυσικῆς ἀνθρώπινης ὁδοῦ, ὡς πράγμα "ἀκαλλές"! Κατ᾿ ἀναλογίαν, κάποιοι, θεωροῦν τήν χρήση τῆς καθημερινῆς γλώσσας ἀπαράδεκτη γιά τήν ὀμορφιά τῆς Θ. Λειτουργίας ξεχνώντας ὅτι "πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρός τοῦ Βασιλέως ἔσωθεν" (Ψαλμ. 44, 14).

Δέν εἶναι ἡ γλωσσική μορφή τό οὐσιῶδες, ἡ γλῶσσα εἶναι τό περιτύλιγμα. Ἄραγε δέν θά εἰδωλολατρεῖ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ "θεοποιόντας" ἕνα γλωσσικό σχῆμα ἀφοῦ στήν δική μας Ἐκκλησία δέν ὑπῆρξε ποτέ διδασκαλία γιά ἱερές γλῶσσες ἤ γλῶσσες τοῦ Σταυροῦ; (ἑλληνικά, λατινικά, ἑβραϊκά, στήν ἐπιγραφή τοῦ Πιλάτου στόν Σταυρό!).

Δέν εἶναι τό κάλλος τῆς γλώσσης ὁ λόγος πού χρησιμοποιήθηκαν τά ἑλληνικά, ἀλλά ἡ διάδοσή τους σχεδόν "ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον" τοῦ τότε μεσογειακοῦ κόσμου. Ἄν ἄλλη γλώσσα μιλιόταν, θά γινόταν χρήση ἐκείνης, ὡς ἐπικρατούσης γλώσσας.

Ἡ ποιητική δυναμική καί ἡ ἀκριβολογία τῆς γλώσσας εἶναι μεγάλα καί σπουδαῖα θέματα καί ὅποιος τά ἀγνοεῖ λαθεύει. Ἀλλ᾿ ὅμως δέν μπορεῖ νά εἶναι προαπαιτούμενα γιά τήν σχέση μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Μακάρι νά γινόταν νά συνδυαστοῦν. Σήμερα ὅμως σέ μία ἐποχή "φασιστικῆς" ἁπλοποίησης τῶν πάντων εἶναι ἐξωπραγματικό νά πιστεύουμε, ὅτι μποροῦν νά συνδυαστοῦν καί τελικῶς νά κλείνουμε τόν δρόμο πρός τόν Χριστό στούς περισσότερους, "διά τήν παράδοσιν ἡμῶν".

Ἄλλη ἔνσταση εἶναι ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι πλέον καθιερωμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί δέν ἐπιτρέπεται ἀλλαγή ἀφοῦ ἐξαγιάστηκε ἀπό τήν χρήση αἰώνων. Ὅμως εἶναι θεολογική τραγωδία νά μήν ἔχουμε ξεκάθαρο μέσα μας τό ὅτι, παράδοση εἶναι ὁ Χριστός καί ἡ διδασκαλία τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων καί ὄχι τά καιρικά σχήματα. Ἀποκάλυψη εἶναι ὁ Χριστός, καί συνεπῶς τά βιβλικά κείμενα ἔχουν ἀξία (σέ ὅποια γλῶσσα) ἐπειδή εἶναι Λόγος γιά τήν Ἀποκάλυψη-Χριστό!! Κάθε τι πού ἐμποδίζει τήν γνωριμία μέ τόν Χριστό πρέπει νά "αἴρεται", γιά νά γίνεται εὔκολος καί καθαρός ἀπό ἐμπόδια ὁ δρόμος πρός τόν Χριστό. Ἄλλωστε ὁ Χριστός δέν ἦρθε νά ἐξαγιάσει πολιτιστικά ἐκδηλώματα καί αὐτό μᾶς τό ἔδειξε μέ τήν στάση του γιά τίς παραδόσεις τῶν Ἑβραίων (Μάρκ 7, 8-9) καί τήν γλῶσσα τους (Μάρκ 7, 6-7). Καί ὅπως διασαφηνίζει γιά δική μας χρήση ἕνας σύγχρονος ἅγιος, ὁ ὅσιος Σιλουανός: "Καί ἄν ὑποτεθεῖ πώς γιά τήν α' ἤ β' αἰτία ἡ Ἐκκλησία θά ἔχανε ὅλα τά βιβλία της, δηλαδή τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, τά ἔργα τῶν Πατέρων καί τά Λειτουργικά βιβλία, τότε ἡ παράδοση θά ἀποκαθιστοῦσε τήν ἁγία Γραφή, ἔστω ὄχι μέ τίς ἴδιες λέξεις, ἔστω σέ ἄλλη "γλῶσσα", ἀλλά πάντως θά τήν ἀποκαθιστοῦσε" Γερ. Σιλουανός σελ. 92. Γιά νά μή θυμήσουμε ἐν προκειμένῳ τήν ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Ἱερομάρτυρα Κυπριανοῦ, ἐπισκόπου Καρχηδόνος (258 μ.Χ) ὅτι "ἡ ἐπίκληση τῆς ἀρχαιότητος μιᾶς παραδόσεως δέν εἶναι ἀπαραιτήτως τεκμήριο γνησιότητος, μπορεῖ νά εἶναι χρονία πλάνη"!

Ἡ ἔνσταση γιά τό ὅτι τήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας (πού ἦταν ἐποχή ἄγνοιας καί σκοταδιοῦ) δέν χρειάστηκε ἀλλαγή τῆς γλώσσας καί συνεπῶς οὔτε καί σήμερα, εἶναι ἁπλῶς ἐξωπραγματική. Ἡ Τουρκοκρατία ἔχει τά δικά της δεδομένα καί οἱ κοινότητες τῶν Ρωμηῶν τότε εἶναι κολεκτιβιστικές. Ἔχουν τό σχῆμα κοινότητας, ἀλλά οὐσιαστικά τά πρόσωπα ὑπάρχουν μόνο ὡς ὑπηρέτες τῆς συντήρησης τῆς κολεκτιβιστικῆς κοινότητας. Ἔξω ἀπό τό μαντρί τό πρόβατο τό ἔτρωγε ὁ λύκος! Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅμως δέν φιλοδοξεῖ νά εἶναι... μαντρί! Τότε ἴσως χρειαζόταν νά εἶναι, τώρα καί νά θέλει δέν γίνεται. Τότε οἱ ἄνθρωποι ὑπῆρχαν ἐπειδή ὑπῆρχε ἡ κοινότητα, σήμερα εἴμαστε στό ἐντελῶς ἀντίθετο σχῆμα τῆς αὐτονομίας, οὔτε κἄν τῆς συνειδητῆς ἐνοριακῆς σχέσεως. Τότε ὁ ἄνθρωπος εἶχε μόνο ὑποχρεώσεις. Σήμερα ἔχει μόνο δικαιώματα. Τό "τώρα" εἶναι ἄθλιο κατά τήν γνώμη κάποιων, ἀλλά καί τό "τότε" δέν πρέπει νά γοητεύει τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ!

Καί ἐνῶ εἶναι τόσο σαφής ἡ τοποθέτηση τῆς Ἐκκλησίας διαχρονικά γιά τό θέμα ἐμεῖς φοβόμαστε καί ἀγωνιοῦμε. Φοβόμαστε τό ἐνδεχόμενο ἀπόκλισης πρός αἱρετικές διδασκαλίες. Φοβόμαστε τό ἐνδεχόμενο ἀλλοίωσης τῆς πίστης. Φοβόμαστε ὑπαρκτούς καί ἀνύπαρκτους κινδύνους. Ἀντί νά φοβόμαστε γιά τήν πνευματική μας κατάσταση καί πορεία, φοβόμαστε γιά τήν Ἐκκλησία. Ὅμως ὄχι. Δέν κινδυνεύει οὔτε τό δόγμα, οὔτε ἡ πίστη. Εἶναι ἀποσαφηνισμένα, συγκεκριμένα καί "περιγράφονται" στούς ὅρους τῶν Συνόδων καί στούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίες.

Τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά "μετοχετεύουμε" στούς χριστιανούς μας, πού ἀκατήχητοι δέν ξέρουν κατά κυριολεξίαν, τί Θεό λατρεύουν! Τούς βαφτίσαμε, πρίν τούς κατηχήσουμε καί τώρα ἔντρομοι (ἐμεῖς) τρέχουμε μήπως καί μπορέσουμε νά τούς διδάξουμε τά "στοιχεῖα" τῆς πίστεως.

Σέ ποιά γλῶσσα ὅμως;

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων ἔκανε κατηχήσεις στήν ἴδια γλῶσσα στήν ὁποία καί λειτουργοῦσε. Ἐμεῖς σέ ἄλλη λειτουργοῦμε καί σέ ἄλλη διδάσκουμε (κήρυγμα-κατήχηση)!

Ἔχουμε ἀγωνία γιά τήν ὀμορφιά τῆς γλώσσας μήπως καί χαθεῖ, ἀλλά δέν θέλουμε νά σκεφτοῦμε στά σοβαρά πόσοι, τυπικῶς χριστιανοί μας, ἐμποδίζονται νά πλησιάσουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν δυσκολία τῆς γλώσσας, καί χάνονται.

Δέν θά μεταφράσουμε τίς ἀκολουθίες γιά νά ἔρθει κόσμος! Ἡ μετάφραση χρειάζεται γιά μᾶς. Γιά τούς ἐντός. Ἐμεῖς πρέπει νά γίνουμε προζύμι γιά νά ζυμωθεῖ ὁ κόσμος. Ἐξ αἰτίας μας βλασφημεῖται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ σωτηρία τῶν ἀδελφῶν διακονεῖται μέ τόν κόπο νά φτάσει ὁ σπόρος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Καί ὅπως μᾶς εἶπε ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Παῦλος: ὅταν ἡ σάλπιγγα τοῦ λόγου μας "ἄδηλον δίδει (ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΚΟΥΟΝΤΑ) φωνήν" τότε τό στράτευμα ἀδιαφορεῖ καί δέν ἑτοιμάζεται γιά πόλεμο!

"Τί ποιότητα ἔχουν ἡ προσευχή μας καί ἡ δέησή μας; Λίγοι προσεύχονται μαζί μου καί αὐτοί ζαλίζονται, χασμουριοῦνται, στριφογυρνοῦν διαρκῶς, καί παρατηροῦνε πότε θά τελειώσει τήν στιχολογία τῶν ψαλμῶν ὁ ψάλτης! Καί πότε θά φύγουν (ἐπιτέλους!) ἀπό τήν Ἐκκλησία, λές καί εἶναι σέ δεσμωτήριο· καί πότε θά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τό βάρος τῆς προσευχῆς!" (Μ. Βασιλείου, Ἐν λιμῷ και αὐχμῷ).

Σᾶς εὐχαριστῶ.

Θεοδόσιος Μαρτζοῦχος (Πρωτοσύγκελλος Ἱ. Μ. Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης)
(Εἰσήγηση σέ Ἱερατική Σύναξη τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως – 23 Νοεμβρίου 2010)
 

Τὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως

Τὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως θεμελιώθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς του τὸ ἑσπέρας. Ἀφοῦ μπῆκε μέσα στὸ ὑπερῶο «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» τοὺς εἶπε: «Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς...» Ποιὰ θὰ ἦταν ἡ ἑρμηνεία ἐδῶ; Δείχνει ὅτι διὰ τῆς Ἐξομολογήσεως ὁ ἄνθρωπος ἀνασταίνεται ἀπὸ τὸν θάνατο τῶν ἁμαρτιῶν του. Κανένα μυστήριο δὲν θεμελιώθηκε τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα παρὰ τὸ Μυστήριο τῆς Μετανοίας. Ὁ Χριστὸς ἔμελλε νὰ φύγει ἀπὸ τὴν γῆ καὶ ἔδωσε στοὺς Ἀποστόλους Του τὴν ἐξουσία τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ. Τὸ Μυστήριο αὐτὸ εἶναι μία ἀνάστασις ἐκ νεκρῶν του ἀνθρώπου, τῆς ψυχῆς του. Νομίζω γι᾿ αὐτὸ θεμελιώθηκε τὸ Πάσχα, ὥστε ἐμεῖς διὰ τῆς Ἐξομολογήσεως καὶ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς ἁμαρτίας ν᾿ ἀναστηθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ στὴν αἰώνια ζωή.

Μιὰ σωστὴ ἐξομολόγησις εἶναι ἕνα εἶδος κατηχήσεως.

Ἐξετάζεις τὸν ἑαυτό σου καὶ ἐρωτᾶς: «Τί ἔκανα»; Αὐτὸς ὁ αὐτοέλεγχος εἶναι μία σωστὴ τοποθέτησις ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἑαυτό σου. Μὴ κάνετε μία ἐξομολόγηση τυπική, διανοητική, ἀλλὰ συναισθηματική, λέγοντας: «Αὐτὸ ἔκανα». Νὰ λέγετε τὴν ἁμαρτία σας μὲ «τὸν μοῦστο της», διότι ἡ ἐξομολόγησις μέσω ἐρωτήσεων ἢ γραπτοῦ καταλόγου ἁμαρτιῶν, καταντᾶ μία διανοητικὴ καὶ ἀσυναίσθητη ἐξομολόγησις. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο ποὺ σώζει ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τῆς ἁμαρτίας. Σὰν νὰ μᾶς λέγει ὁ Χριστός: «Ὅ,τι συγχωρεῖτε ἐσεῖς -ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς- συγχωρῶ καὶ Ἐγώ». Οἱ συγχωρημένες ἁμαρτίες, δὲν λαμβάνονται πλέον ὑπ᾿ ὄψιν λέγει καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος οὔτε στὰ τελώνια τοῦ ἀέρος, οὔτε στὴν Μέλλουσα Κρίση ὅπου τὸ μεγαλύτερο πράγμα ποὺ πρέπει ἐκεῖ νὰ παρουσιάσουμε εἶναι ἡ λύσις τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Ἀντιλαμβάνεσαι, ἀδελφέ μου, πόσο εὔκολο εἶναι νὰ σωθεῖς; Καὶ πηγαίνεις νὰ τὰ εἰπεῖς, ὄχι σὲ ἕνα ἄγγελο, ἀλλὰ σ᾿ ἕνα συνάνθρωπό σου! Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει ντροπὴ στὴν ἐξομολόγηση. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ ἀποτελεσματικὸ ὅπλο τοῦ διαβόλου, νὰ ντρέπεσαι νὰ ἐξομολογηθεῖς. Ἐὰν ντρέπεσαι, κρύβεις τὶς ἁμαρτίες σου καὶ δὲν συγχωρεῖσαι οὔτε ἐδῶ, οὔτε στὴν ἄλλη ζωή. Μιὰ σωστὴ ἐξομολόγησις σημαίνει νὰ τὰ εἰπεῖς ὅλα. Πρῶτα νὰ ἐξετάζεις μὲ λεπτομέρειες τὸ κάθε τί στὴν ζωή σου, νὰ ἐλέγχεις μὲ εἰλικρίνεια τὸν ἑαυτό σου καὶ εἶναι μεγάλο λάθος νὰ μὴ καταγράφης αὐτὰ ποὺ θέλεις νὰ εἰπεῖς. Μπορεῖς ἐπίσης νὰ ἐπαναλάβεις στὴν ἐξομολόγηση κάποιο παράπτωμά σου, ἐὰν νομίζεις διότι δὲν γνωρίζεις, ἐὰν τὸ εἶπες παλαιότερα ἐπειδὴ δὲν τὸ εἶχες σημειώσει στὸ χαρτί.

Παρακολούθησε τὸν ἑαυτό σου, ἔλεγχε τὰ βήματά σου καὶ τοὺς λογισμούς σου. Διότι, ἐὰν σκέπτεσαι ὅτι θὰ πρέπει σὲ λίγο διάστημα νὰ ἐξομολογηθεῖς, θὰ ἔχεις φόβο στὴ διάπραξη μιᾶς ἁμαρτίας καὶ ἔτσι θὰ ἔχεις μία σωστὴ διαγωγή. Προσοχὴ νὰ μὴ σὲ πιάσει ὁ θάνατος ἀπροετοίμαστο. Θὰ ἠμποροῦσα νὰ εἰπῶ, νὰ μὴ ἔλθει ἡ νύκτα καὶ εἶσαι ἀκόμη ἀνεξομολόγητος. Νὰ μὴ κρύβεις μέσα σου μιὰ ἁμαρτία ἢ τὴν εἶπες ἐπισκιασμένα.

Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀφήνεις μὲ τὰ ὅσα λέγεις, καλὴ ἐντύπωση στὸν Πνευματικὸ γιὰ τὴν ζωή σου.

Ὁ Πνευματικὸς αἰσθάνεται καλά, ὅταν ἐσὺ τοῦ λέγεις τὶς πιὸ μισητὲς ἁμαρτίες σου. Καὶ ἔχει χαρά, διότι ἐλαφρώνει ἡ ψυχή σου καὶ βγαίνει ἀπὸ τὸν βυθὸ τῆς ἁμαρτίας. Ἐνῶ εἶσαι βυθισμένος στὰ δυὸ μέτρα, γιατί τοῦ λέγεις ὅτι εἶσαι μόνο στὸν μισὸ πόντο; Ἐξομολογήσου καθαρά. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ὁ Πνευματικὸς ἀπὸ σένα νὰ ἐπαινεῖς τὸν ἑαυτό σου. Ἀκόμη νὰ σοῦ εἰπῶ καὶ κάτι ἄλλο, ὅτι εἶναι γεμάτος ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, σὲ αἰσθάνεται, δὲν εἶναι βλάκας καὶ σὲ κατανοεῖ. Πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς κάνει Πνευματικὸ τὸν ὁποιονδήποτε; Σὲ αἰσθάνεται καὶ μπορεῖ ἀκόμη καὶ λεπτομέρειες τῶν ἁμαρτιῶν σου νὰ σοῦ πεῖ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ σοῦ δώσει τὴν ἐντύπωση ὅτι ξέρει τὶς ἁμαρτίες σου. Τοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Θεὸς μὲ κάποιο τρόπο καὶ ἐσὺ ἐκπλήττεσαι. Καὶ ὕστερα δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τόσο πολὺ ἡ γνώμη Τοῦ Πνευματικοῦ ποὺ θὰ κάνη γιὰ μᾶς, ἀλλὰ κυρίως μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ γεγονὸς ὅτι ἐσὺ πέτυχες νὰ λυτρωθεῖς καὶ δὲν καταστράφηκες. Διότι, ἀδελφοί μου, εἴτε στὴν ἐξομολόγηση θὰ πεῖτε τὶς ἁμαρτίες σας γιὰ νὰ συγχωρηθῆτε εἴτε στὴν μέλλουσα Κρίση γιὰ τὴν τιμωρία, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι θὰ φανερωθοῦν καὶ δὲν θὰ μείνουν ποτὲ μυστικές. Αὐτὸ ἂς τὸ ξέρη ὅλος ὁ κόσμος. Καὶ ἐκεῖ στὴν Κρίση θὰ εἶναι παρὼν καὶ ὁ Πνευματικός, ὅπου δὲν θὰ ἔχουμε πὼς νὰ δικαιολογηθοῦμε οὔτε ἐμεῖς, οὔτε ἐκεῖνος.



1. Εἶναι καλὸ νὰ ἔχουμε μόνο ἕνα Πνευματικό, ἢ ἕνα κοντά μας καὶ ἕνα μακριά μας, στὴν ὑπηρεσία μας;
Ἀγαπητέ μου, καλὰ εἶναι, ὅπου καὶ νὰ ἐξομολογεῖσαι, νὰ ἐξομολογεῖσαι μὲ εἰλικρίνεια. Στὸν μακρινὸ Πνευματικό, ἄλλοτε μπορεῖς καὶ ἄλλοτε δὲν ἠμπορεῖς νὰ φτάσεις. Νὰ μὴν ἐξομολογεῖσαι ὅμως στὸν ἕνα τὰ ἐλαφρὰ καὶ ἐπιεικῆ καὶ στὸν ἄλλον τὰ βαρέα ἁμαρτήματά σου. Σ᾿ ὅποιον ἐξομολογεῖσαι νὰ τὰ λέγεις ὅλα, ὅσα ἔκανες. Δὲν ἔχει σημασία στὴν ἐξομολόγησή σου ἡ φήμη Τοῦ Πνευματικοῦ, ἡ ἡλικία του, διότι ἡ δύναμις τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν εἶναι σὲ ὅλους ἡ ἴδια. Οὔτε ἕνας Πνευματικὸς ἔχει ἰσχυρότερη ἐξουσία ἀπὸ τὸν ἄλλο στὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἴσως νὰ μὴν ἔχει πολλὴ ἐμπειρία ἢ τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ ἡ ἐξουσία ἀπὸ τὸ Θεὸ εἶναι σὲ ὅλους ἡ ἴδια. Ἡ ἐξομολόγηση ἀποφασίζεται καὶ γίνεται ἀπὸ σένα καὶ ὄχι ἀπὸ μένα τὸν Πνευματικό σου. Ἐγὼ ἐρωτῶ, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἐρώτηση ἐμένα μοῦ κοστίζει.

Ἐξομολογήσου, κυρία μου. Γι᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο ἦλθες.

Μά, ρωτῆστε με, πάτερ, μοῦ λέγει.

Πρέπει ὁ κάθε ἐξομολογούμενος νὰ ἑτοιμάζεται ἀπὸ πρίν, γράφοντας σ᾿ ἕνα χαρτί, ὅσα ἔχει νὰ πεῖ. Καὶ ὁ Πνευματικὸς θὰ βοηθήσει ὅσο τοῦ ἐπιτρέπεται. Τὰ ὅσα γράφονται, δὲν ξεφεύγουν καὶ θὰ περάσουν ἀπὸ τὸ πλυντήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καὶ θὰ καθαρισθοῦν γιὰ πάντα. Μιὰ χώρα εἶναι δυνατὴ καὶ καλὴ ἐὰν ἔχει καλοὺς Πνευματικούς. Ἐὰν προετοιμάσθηκες μὲ τὸν τρόπο ποὺ σοῦ εἶπα, ἀλλὰ ξέχασες μερικὲς ἁμαρτίες, εἶσαι συγχωρημένος, ἂν ὅμως δὲν ἑτοιμάσθηκες καὶ στηρίχθηκες στὸν Πνευματικὸ καὶ παρέλειψες μία ὁλόκληρη σειρὰ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπες, αὐτὰ δὲν συγχωροῦνται.

Τὸ Μυστήριο τῆς Μετανοίας περιέχει τέσσερα στοιχεῖα:

Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα νὰ προσπαθεῖς νὰ μὴν ἐπαναλάβεις τὴν ἁμαρτία.
Νὰ τὴν ἐξομολογηθεῖς ἂν τὴν ἐπαναλάβεις.
Νὰ λάβεις τὴν ἄφεση ἀπὸ τὸν Πνευματικό.
Νὰ ἐφαρμόσεις τὸν κανόνα (ἐπιτίμιο) ποὺ θὰ σοῦ βάλει ἐπακριβῶς.
Ὅταν πηγαίνεις στὴν ἐξομολόγηση, νὰ πηγαίνεις μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ μὴν ἁμαρτήσεις πάλι. Ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθοῦν τὰ ἴδια. Δὲν εἶσαι ἔνοχος ὅταν δὲν τὴν κάνης ἐκ κακῆς προθέσεως. Ἁμαρτίες ποὺ γίνονται μὲ κακὴ πρόθεση δὲν τὶς λύνω. Αὐτοὶ ποὺ συζοῦν πρὶν ἀπὸ τὸν γάμο τους, δὲν τοὺς συγχωρῶ, οὔτε τοὺς διαβάζω συγχωρητικὴ εὐχή. Τοὺς ἐξηγῶ γιὰ νὰ καταλάβουν ὅτι θὰ τύχουν συγχωρήσεως, ἐὰν διακόψουν τὴν ἁμαρτία τους.

Ὁ ἀγώνας γιὰ θεραπεία τοῦ πάθους εἶναι καὶ τῶν δυό: καὶ τοῦ Πνευματικοῦ καὶ τοῦ ἐξομολογούμενου. Ὁ πρῶτος βοηθεῖ τὸν δεύτερο κι αὐτὸς θεραπευμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία του προοδεύει ὅλο καὶ περισσότερο καὶ γίνεται καλύτερος. Σ᾿ αὐτὴ τὴν περίπτωση τῆς μετανοίας καὶ θεραπείας τοῦ πάθους οἱ ἁμαρτίες ἀφήνουν ἕνα μεγάλο καλό: τὴν ταπείνωση. «Κοίταξε σὲ τί κατάσταση ἤμουν ἐγὼ ὁ παλιάνθρωπος καὶ τώρα ποὺ εὑρίσκομαι! Πῶς τόλμησα νὰ στενοχωρήσω τόσο πολὺ τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες μου»!

Ὁ παράδεισος εἶναι γεμάτος ἀπὸ ἁμαρτωλοὺς μετανοημένους. Ὅλοι ἁμάρτησαν, ἀλλὰ ἡ μετάνοιά τους ἄρεσε στὸν Θεό. Ἡ ἁμαρτία προκαλεῖ τὴν ταπείνωση. Ἀπὸ ποῦ καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ διάβολος παίζει ἕνα ρόλο γιὰ ἐμᾶς ψυχοσωτήριο; Μᾶς δείχνει ἀμέσως τὶς ἀδυναμίες μας. Μᾶς βοηθεῖ νὰ στεφανωθοῦμε. Ἂν ἤξερε πόσο μᾶς βοηθεῖ στὴν σωτηρία μας θὰ ἀπέφευγε τόσο πολὺ νὰ μᾶς πειράζει.

Λέγω συχνὰ στὴν ἐξομολόγηση σὲ μερικοὺς χριστιανούς: «Νὰ ξέρης ὅτι θὰ συναντηθῶ μαζί σου στὴν ἔσχατη Κρίση καὶ δὲν θὰ λυπᾶσαι τότε ποὺ δὲν τὰ εἶπες ὅλα; Θὰ εἶμαι παρὼν καὶ δὲν θὰ μπορῶ τότε νὰ σὲ συγχωρήσω. Τότε κι ἐγὼ θὰ σὲ καταδικάζω. Διότι μποροῦσες μὲ μία λέξη νὰ πεῖς κι ἐγὼ νὰ σὲ λύσω καὶ κανεὶς δὲν θὰ σοῦ ἔλεγε τίποτε. Θὰ σὲ ἔβγαζα ἀπὸ τὰ βαθιὰ νερὰ καὶ δὲν θὰ σὲ μάλωνα, διότι ἤσουν βρεγμένος».

Πρέπει νὰ ξέρετε ἀδελφοί μου, ὅτι τίποτε δὲν γίνεται χωρὶς θυσία. Ὅπου κι ἂν εἶσαι, στὴν ἔγγαμη ἢ στὴν μοναχικὴ ζωή, παντοῦ χρειάζεται θυσία. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ τῆς σωματικῆς θυσίας, πιὸ εὔκολο εἶναι τὸ μοναστήρι ἀπὸ τὸν κόσμο.



2. Τί γίνεται ἐὰν δὲν ἐφαρμόζω τὸ ἐπιτίμιο ποῦ μοῦ δίνει ὁ Πνευματικός;
Τί ἐπιτίμιο νὰ δώσει ὁ Πνευματικός, ἐὰν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτέλεση ὁ πνευματικός του υἱός; Ἐγὼ δὲν εἶμαι τῆς γνώμης νὰ βάζουμε ἐπιτίμια ποὺ δεσμεύουν τὸν χρόνο καὶ προκαλοῦν ψυχικὸ καὶ σωματικὸ κόπο. Προτιμῶ ἐπιτίμιο τὴν ὑπόσχεση τοῦ ἐξομολογούμενου νὰ εἶναι συχνὰ στὴν ἐκκλησία, νὰ εἶναι προσεκτικὸς στὴν ζωή του καὶ ἀνὰ πάσαν στιγμὴν νὰ προστρέχει μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Ἐὰν ὁ ἐξομολογούμενος λάβει κάποιο ἐπιτίμιο καὶ δὲν τὸ ἐκπληρώσει, εὑρίσκεται σὲ ἁμαρτία. Πρέπει νὰ τὸ ἐξομολογηθεῖ, καὶ νὰ εἰπεῖ ὅτι δὲν ἠμπόρεσε ἢ δὲν ἤθελε νὰ ἐκπληρώσει τὸν κανόνα του. Γιατί δὲν μπόρεσε νὰ τὸ κάνη; Τὸ ζήτημα αὐτό, «ἔκανα ἢ δὲν ἔκανα τὸν κανόνα μου» θὰ πρέπει νὰ τὸ συζητήσει μὲ τὸν Πνευματικὸ ποὺ τοῦ τὸν ἔδωσε. Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἠμπορεῖ νὰ τὸν μετρίαση. Αὐτὸς ἔχει ὅλη τὴν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν. Σᾶς ἔδωσε τὸ τάδε ἐπιτίμιο, δὲν συζητᾶμε πλέον ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι καλός, θὰ τὸν ἀκούσομε, ὅπως ἀκοῦμε τὸν Θεό. Ἐὰν ἐπὶ παραδείγματι, σοῦ ἐπέβαλε κάποιο ἐπιτίμιο νὰ κάνης τόσες μετάνοιες καὶ δὲν ἠμπορεῖς, τότε ὀφείλεις νὰ τοῦ τὸ εἰπεῖς: «Πάτερ εὑρίσκομαι σὲ μία κατάσταση καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ γονατίζω. Ἔχω πληγὲς στὰ πόδια. Ἔχω ἀναιμία». Ἕνας Πνευματικὸς κρατεῖ λογαριασμὸ τῶν ἀδυναμιῶν μας. Καί, ἂν δὲν κάνης τὸν κανόνα σου εἴτε ἀπὸ ἀπροσεξία εἴτε ἀπὸ τεμπελιά, εἶσαι ἔνοχος.

Εἶμαι ἐπίσης τῆς γνώμης νὰ μὴ συζητοῦνται τὰ ἐπιτίμια ποὺ δίδονται ἀπὸ τὸν Πνευματικὸ μεταξὺ τῶν ἐξομολογούμενων. Ἐγὼ ἔδωσα σὲ μερικοὺς ἐλαφρὰ ἐπιτίμια γιὰ νὰ μάθω κατόπιν ὅτι οὔτε αὐτὰ μπόρεσαν νὰ τὰ κάνουν. Δὲν ἤθελαν. Καὶ ἦταν γιὰ βαρεία ἁμαρτήματα καὶ ὄχι γιὰ ἐλαφρὰ πράγματα. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ κανόνας πέρασε στὴν ἀντίληψη τῶν ἀνθρώπων σὰν μία ὑποχρέωσις νὰ δέχονται κανόνα ἀπὸ τὸν Πνευματικό. Ἄλλα κανόνας τί σημαίνει; Σημαίνει ὅτι δὲν κάνω πάλι τὴν ἁμαρτία. Μάχη μὲ τὰ πάθη καὶ τὸν διάβολο γιὰ νὰ μὴν ἁμαρτήσω πάλι.

Ὁ κανόνας ἀρχίζει νὰ θεωρεῖται μὲ σχετικὴ ἀξία, ὥστε δὲν ἔχει τὴν σιγουριὰ νὰ τὸν ἐπιβάλεις σ᾿ αὐτὸν ποὺ τοῦ ἀξίζει. Ὁ Πνευματικὸς βλέπει ἐπὶ πλέον τὸν ζῆλο τοῦ ἐξομολογούμενου, καθὼς καὶ τὴν σοβαρότητα τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἀλλὰ ὁ πιὸ ἀληθινὸς κανόνας εἶναι αὐτός: Νὰ μὴν ἐπαναληφθεῖ ἡ ἁμαρτία. Διότι εἶσαι πάντοτε μαζὶ μὲ τὸν ἑαυτό σου, εἶσαι καθημερινὰ μέσα στὸν πειρασμὸ καὶ τότε πρέπει νὰ φανεῖς γενναῖος ἀγωνιστὴς μὲ γυμνὸ τὸ ξίφος σου καὶ ὄχι κοιμισμένος. Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἐπιτίμια εἶναι ἡ ἀπαγόρευσις τῆς Θείας Κοινωνίας. Ἐδῶ οἱ Πνευματικοὶ θ᾿ ἀποφανθοῦν μὲ πολὺ μεγάλη προσοχή. Οἱ πιὸ αὐστηροὶ Κανόνες ἀπαγορεύουν τὴν Θεία Κοινωνία ἀπὸ 18-20 ἕως 25 χρόνια. Αὐτὸ θὰ σήμαινε ὅτι ὁ πιστὸς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κοινωνήσει ποτέ. Ἰδιαίτερα λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψιν καὶ ἡ ἱστορικὴ περίοδος τὴν ὁποία ζοῦμε. Αὐτὸς μπορεῖ νὰ συνηθίσει μὲ τὴν ἀκοινωνησία, νὰ μὴν τὸν ἐνδιαφέρει καὶ νὰ λέγει: «Τί κι ἂν δὲν μπορῶ νὰ κοινωνῶ, δὲν ἔζησα μέχρι σήμερα»;

Μετὰ ἀπὸ μία περίοδο 40-50 χρόνων ἀθεϊστικῆς ἀγωγῆς, διαπιστώνω ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ γεννήθηκαν καὶ ἔζησαν αὐτὴ τὴν περίοδο, δὲν ἔχουν καθόλου μιὰ χριστιανικὴ παιδεία, κληρονομημένη ἀπὸ τοὺς παπποῦδες καὶ τοὺς προγόνους τους. Αὐτὸ τὸ διαπιστώνω, μέσω τῶν γυναικῶν ποὺ ἔρχονται καὶ μοῦ λέγουν ὅτι οἱ ἄνδρες τους εἶναι ἄπιστοι. Ὁ ἀγώνας μας εἶναι, ἂν τοὺς φέρουμε στὴν ἐκκλησία, κατόπιν νὰ μὴν τοὺς ἀπελπίσουμε ὅτι εἶναι μεγάλοι ἁμαρτωλοί.

Πρέπει νὰ ἐπιβάλλουμε ἕνα ἐπιτίμιο ποὺ νὰ μπορεῖ ὁ μετανοῶν πιστὸς νὰ τὸ ἐφαρμόζει καθημερινὰ μὲ τὴν καρδιά του καὶ ὄχι σὰν μία τυπικὴ ὑποχρέωσή του. Πολλὲς φορὲς μὲ λύπη του ὁ Πνευματικὸς ἀναγκάζεται νὰ βάλει στὸ πνευματικό του παιδὶ κάποιο κανόνα. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐξομολογούμενος κάνει τὸν κανόνα του ἀπὸ ὑποχρέωση καὶ ὄχι μὲ διάθεση νὰ θεραπευθεῖ. Καὶ ἂν βέβαια τὸν κάνει... εἶναι πολὺ ὀλίγοι ἐκεῖνοι ποὺ κάνουν τὸν κανόνα τους, ὅπως πρέπει μὲ σκοπὸ τὴν θεραπεία τῶν ψυχικῶν παθῶν τους. Ἕνας πῆρε σὰν κανόνα νὰ διάβαση τρεῖς φορὲς τὴν Ἅγια Γραφή. Λοιπόν, τὴν διαβάζει γιὰ νὰ τὴν καταλαβαίνει, ἢ γιατί τοῦ ἐπεβλήθη νὰ τὴν διαβάζει; Σήμερα ἔχουν λιγοστέψει τὰ βαρεῖα ἐπιτίμια, διότι οἱ ἄνθρωποι, ὄχι μόνο δὲν τὰ κάνουν, ἀλλὰ οἱ περισσότεροι κόπτουν τὴν σχέση τους μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν Πνευματικό. Τὸ πιὸ ὠφέλιμο ἐπιτίμιο γιὰ τὸν ἐξομολογηθέντα εἶναι, ἐὰν αὔριο καὶ μεθαύριο καὶ κάθε ἡμέρα παραμένει, ὅπως βγῆκε ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἀπὸ τὸ ἐξομολογητήριο.

Παντρεύτηκαν κάποτε ὁ Νίκος μὲ τὴν Ἰωάννα. Μετὰ ἀπὸ τὶς χαρούμενες ἡμέρες τοῦ γάμου τοὺς πῆγαν στὸ σπίτι τους. Ὁ Νίκος ἔφυγε γιὰ τὴν δουλειὰ καὶ ἡ Ἰωάννα ἔμεινε στὸ σπίτι νὰ μαγειρέψει. Ἀπὸ λάθος της, σὰν νεαρὴ καὶ ἄπειρη στὴν κουζίνα ποὺ ἦταν, τὸ κάπνισε τὸ φαγητό.

Ἀλίμονό μου, τί θὰ πεῖ ὁ Νίκος, ὅταν θὰ ἔλθει! «Δὲν ἔμαθες τίποτε τόσα χρόνια κοντὰ στὴν μαμά σου»; Ταραζόταν ἡ καημένη. Ἦλθε ὁ Νίκος. «Ἀγαπητέ μου Νίκο, κάπνισα τὸ φαγητό». «Ἄφησε, ἀγάπη μου, δὲν μ᾿ ἐνδιαφέρει ἐμένα αὐτό. Γιατί δὲν μὲ σκέφθηκες ἐμένα ὅλη τὴν ἡμέρα. Αὐτὸ μόνο μ᾿ ἐνδιαφέρει». Αὐτὸ ἐνδιαφέρει καὶ τὸν Θεό. Δὲν κοιτάζει τόσο τὶς μουντζοῦρες τῶν ἁμαρτιῶν μας, ὅσο ἂν τὸν ἀτενίζουμε ψηλὰ στὸν οὐρανό. Σὰν νὰ μᾶς λέγει: «Ὢ καὶ νὰ γνωρίζατε ποιὸς εἶμαι Ἐγώ! Ἐγώ, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔπλασα. Σᾶς ἔδωσα ἀγγελικὴ εἰκόνα καὶ ἀνώτερη ἐκείνων... ἄγγελοι σᾶς συνοδεύουν καὶ σᾶς ὑπηρετοῦν. Ἄγγελοι θὰ ὀνομαστεῖτε καὶ θὰ εἰσέλθετε στὴν Βασιλεία Μου. Σᾶς ἔδωσα σοφία, ἐξυπνάδα καὶ κρίση. Γιατί δὲν σκεφθήκατε Ἐμένα;». Ἀκοῦτε, θέλει μόνο νὰ Τὸν σκεπτώμεθα. Αὐτὸ εἶναι ἕνα μεγάλο πράγμα. Συνεπῶς αὐτὸ εἶναι ἕνα καλὸ ἐπιτίμιο. Νὰ σκέπτεσαι τὸν Θεό, ὅπως σκέπτεσαι τὸ φαγητό, τοὺς γονεῖς σου, ὅπως σκέπτεσαι κάποιον τὸν ὁποῖον ἀγαπᾶς. Τοὺς σκέπτεσαι καὶ λέγεις νοερά: Τί κάνουν τώρα ἡ μητέρα μου, ὁ πατέρας μου, ἡ σύζυγός μου; Ἔτσι νὰ σκέπτεσαι καὶ τὸν Θεό. Διότι πρέπει πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα αὐτὸς νὰ εἶναι τὸ πιὸ ἀγαπητό μας Πρόσωπο καὶ τὴν πρώτη σκέψη τοῦ νοῦ καὶ τὸ αἴσθημα τῆς καρδιᾶς μας σ᾿ αὐτὸν νὰ τὰ δίνουμε. Ὅταν σοῦ συμβεῖ κάτι τὸ τρομακτικὸ ἢ σὲ προσβάλει κάποια ἁμαρτία, λέγεις ἀπότομα «Κύριε συγχώρεσέ με». Αὐτὴ ἡ ἀναφορά σου στὸν Θεὸ εἶναι ἀπ᾿ αὐτὸν πολὺ εὐπρόσδεκτη. «Κύριε εἶμαι ἕνας παλιάνθρωπος, εἶμαι ἀνάξιος τοῦ ἐλέους σου!...». Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, κάθεσαι καὶ μοῦ κάνεις χίλιες μετάνοιες τρρ …τρρ...

Ἔχουμε ἀνάγκη συνεχοῦς παρουσίας τῆς καρδιᾶς μας σ᾿ αὐτὴ τὴν μόνιμη κατάσταση τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν Θεό. Μιὰ βαθιὰ μὲ συναίσθημα ἀγάπης σιωπή μας εἶναι μία βαθιὰ προσευχή.

Ἀφοῦ κάνει τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς του ὁ χριστιανὸς ἢ ὁ μοναχός, νομίζει ὅτι ἐξόφλησε πλέον μὲ τὴν ὑποχρέωση τῆς προσευχῆς του καὶ ἀναχωρεῖ σχεδὸν ἄδειος ἀπὸ πνευματικῆς πλευρᾶς. Ἐγὼ τάσσομαι ὑπὲρ μιᾶς συνεχοῦς πνευματικῆς ἐγρηγόρσεως. Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶπα: Ὁποιαδήποτε στιγμὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας χρόνος καὶ ἕνας βαθὺς στεναγμὸς μπορεῖ νὰ εἶναι μία προσευχή. Ἡ προσευχὴ τοῦ κανόνος, κατὰ τὸ τυπικό, τελειώνει σὲ μία ὥρα. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ σταματήσει κανεὶς σ᾿ αὐτὸ τὸ χρόνο. Οὔτε αὐτὸ νὰ εἶναι ἡ μόνη πνευματικὴ ἐργασία. Νὰ διαβάζει τὴν παράκληση τῆς Θεοτόκου εἶναι μία προσευχὴ πολὺ καλή. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ πρέπει κατ᾿ ἐξοχὴν νὰ γνωρίζουμε καὶ τὸ ὁποῖο πολὺ λίγο συζητεῖται εἶναι ἡ ἔλλειψης συνεχοῦς συμμετοχῆς τῆς καρδιᾶς μας στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μιὰ ὁλόκληρη στρατιὰ ἀνθρώπων μοῦ λέγουν στὴν ἐξομολόγηση, ὅτι δὲν κάνουν τὸν κανόνα ποὺ τοὺς ἔβαλα. Πολὺ σπάνια εὑρίσκω ἀνθρώπους ποὺ ἀπετέλεσαν τὸν κανόνα τους. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ὑποστηρίζω τὴν γνώμη νὰ μπαίνουν τέτοιοι κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἢ γίνονται γρήγορα γιὰ νὰ λυτρωθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπ᾿ αὐτούς, ἢ γίνονται διανοητικά, χωρὶς δηλαδὴ αἴσθηση, ἢ δὲν ἐφαρμόζονται καθόλου. Ὁ στεναγμὸς ὅμως τῆς μετανοίας δὲν ἀπαιτεῖ χρόνο. Εἶναι στὴ διάθεσή σου συμμετέχοντας ὅλη ἡ ὕπαρξίς σου νὰ κραυγάσεις μὲ στεναγμὸ στὸν Κύριο: «Ὦ Θεέ μου, ἐλέησέ με τὸν ἄσωτο καὶ πανάθλιο δοῦλο σου». Κι αὐτὸ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὸ νὰ πεῖς 15 φορὲς τὸ «Πάτερ ἡμῶν...», τὸ ὁποῖον τὸ μαθαίνεις ἀπὸ στήθους καὶ τὸ λέγεις γρήγορα.

Οἱ Πνευματικοὶ πρέπει νὰ ξέρουν ὅτι τὰ ἐπιτίμια εἶναι πολλὰ καὶ αὐστηρά, ἀλλὰ σημασία νὰ δίνουν στὸ σωστὸ προσανατολισμὸ τοῦ ἐξομολογούμενου, διότι τὸ πνευματικὸ ἔργο δὲν ἐξαντλεῖται μὲ τὴν ἐπιβολὴ ἐπιτιμίων, ἀλλὰ μὲ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν. Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐπὶ παραδείγματι, ποὺ θεωρεῖται ὁ αὐστηρότερος κανονολόγος, ἐπιβάλλει γιὰ τὴν ἔκτρωση ἀκοινωνησία 20 χρόνια. Κι ἀκόμη λέγει πῶς νὰ διεξέλθει αὐτὸ τὸ πολυχρόνιο διάστημα τοῦ ἐπιτιμίου: Ἐπὶ πέντε χρόνια νὰ στέκεται στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας, ἄλλα πέντε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας, πέντε μέσα στὴν ἐκκλησία χωρὶς νὰ λαμβάνει τὴν Θεία Κοινωνία. Νὰ ἔχουν ὑπ᾿ ὄψιν τους αὐτὴ τὴν αὐστηρότητα τοῦ θείου Πατρός. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος ὅμως εἶχε καὶ πνευματικὴ εὐελιξία καὶ ἐλαστικότητα. Γι᾿ αὐτὸ στὸν 74ο Κανόνα του γράφει: «Ὁ πιστευθεῖς παρὰ τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας λύειν καὶ δεσμεῖν, εἰ φιλανθρωπότερος γένοιτο, τὸ ὑπερβάλλον τῆς ἐξομολογήσεως ἔρων τοῦ ἠμαρτηκότος, εἰς τὸ ἐλαττῶσαι τὸν χρόνον τῶν ἐπιτιμίων, οὐκ ἔσται καταγνώσεως ἄξιος... ταχέως τὴν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπία καταλαμβάνει».

Ἑπομένως δίνει στὸν Πνευματικὸ τὴν ἐλευθερία νὰ ἐπιτίμηση μὲ ἀπαγόρευση τῆς θείας Κοινωνίας, ὅπως ἐκεῖνος κρίνει πιὸ σωστό. Ὁ Πνευματικὸς λαμβάνει ὑπ᾿ ὄψιν του μιὰ ὁλόκληρη σειρὰ γεγονότων καὶ καταστάσεων. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα σᾶς λέγω ἀκόμη μιὰ φορὰ ἐδῶ: Τὸ γεγονὸς ὅτι κάποιος ἀποφασίζει νὰ ἔλθει στὴν ἐξομολόγηση εἶναι ἕνα ἐπιτίμιο, ποὺ ἤδη τὸ ἐφαρμόζει. Ἔρχεται μὲ συντριβή. Πρέπει ὁ Πνευματικὸς νὰ συζητήσει ὅλα τὰ θέματα μαζί του, τὰ ὁποῖα θὰ τὰ ξέρη μόνο αὐτὸς καὶ νὰ μείνουν μυστικὰ γιὰ πάντα μέσα του. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ὁ Πνευματικὸς πρέπει νὰ σέβεται καὶ μὲ πολλὴ ἀγάπη νὰ δέχεται αὐτὸν ποὺ τοῦ ἀποκαλύπτει τὰ πιὸ σοβαρὰ ἁμαρτήματα καὶ προβλήματα τῆς ζωῆς του. Διότι, ἐὰν μὲ τὴν θεία βοήθεια κατορθώνει καὶ βγάζει ἀπὸ τὰ νερὰ τῆς ἁμαρτίας ἕναν πνιγμένο, αὐτὸ εἶναι ἕνα μέγα ἐπίτευγμα. Ἡ χαρὰ τοῦ σεσωσμένου εἶναι ἀνέκφραστη. Αὐτὸν ὅμως ὁ Πνευματικὸς δὲν τὸν μαλώνει, διότι εἶναι ἀκόμη βρεγμένος.

Ὁ Πνευματικὸς λαμβάνει σοβαρὰ ὑπ᾿ ὄψιν τὶς καταστάσεις ἀνάμεσα στὶς ὁποῖες ἐκτυλίχθηκαν οἱ ἁμαρτίες. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ χριστιανὸς λέγει μὲ μεγάλη καρδιακὴ συντριβὴ τὶς ἁμαρτίες του, αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο. Τότε αὐτὸς φθάνει ταχέως στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν πρέπει ὁ Πνευματικὸς νὰ τοῦ ἀπαγορεύσει γιὰ πολὺ διάστημα τὴν Θεία Κοινωνία. Σᾶς λέγω ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὰ συμβάντα τῆς ζωῆς μου ὡς Πνευματικοῦ: Ξενύχτισα σχεδὸν τὸ βράδυ ἑνὸς Μεγάλου Σαββάτου μὲ ἕνα χριστιανό, γέρο ἀπὸ τὸ Μαραμοῦρες (πόλης στὴν βορειοδυτικὴ Ρουμανία), ποὺ εἶχε ἔλθει μὲ μία κάπα. Μοῦ εἶπε: «Πάτερ, ἦλθα νὰ ἐξομολογηθῶ, νὰ μὲ τακτοποιήσης πνευματικά». Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ γέρος; Στὸ χωριό του ἦτο ἕνας ἀξιοτίμητος ἄνθρωπος. Ἐπὶ 30 χρόνια ἡ γυναίκα του εἶχε ἀκολουθήσει τὴν προτεσταντικὴ κοινότητα τῶν Ἀντβεντιστῶν. Τότε ὑπῆρχε ἕνα ρεῦμα Ἀντβεντιστῶν πολὺ δυνατὸ ἐκεῖ. Ὅλοι οἱ Ἀντβεντιστὲς ἀποφάσισαν νὰ πιάσουν αὐτόν, ποὺ ὀνομαζόταν Ἰωάννης καὶ ἦτο ἀντιπρόσωπος τοῦ χωρίου του νὰ τὸν πείσουν νὰ ἀκολουθήσει τὸ χωριό του τὴν αἵρεσή τους. Ὅμως αὐτὸς εἶχε στενὲς σχέσεις μὲ τὴν ἐκκλησία καὶ δὲν κατόρθωσαν νὰ καταβάλλουν τὸ φρόνημά του. Αὐτὸς κρατοῦσε μὲ θάρρος τὴν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ δὲν πήγαινε μὲ τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως. «Ἐγὼ δὲν ἔχω καμία δουλειὰ νὰ πάω κοντά τους» μου ἔλεγε. Τὸν ἐρώτησα: «Νήστευες»; Διότι εἶχε πόθο νὰ κοινωνήσει. Αὔριο ἦτο Πάσχα. «Ὄχι πάτερ. Καὶ χθὲς κατέλυσα, διότι τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ ἤμουν στὸ νοσοκομεῖο».

Τότε εἶπα ἐγὼ στὸν ἑαυτό μου: «Τί κάνεις τώρα Ἀρσένιε»; Σίγουρα ὅ,τι θὰ ἔκανε ὁ Χριστός. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐπὶ 30 χρόνια ἀμυνόταν γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ τώρα ἐγὼ προβληματίζομαι, διότι ἔφαγε ἕνα κομμάτι τσουρέκι τὸ Μέγα Σάββατο εὑρισκόμενος καὶ σὲ ξένο μέρος; «Καλὰ μπάρμπα Γιάννη, νὰ νηστέψεις μέχρι αὔριο». Καὶ τὸ αὔριο ἦτο μόνο μερικὲς ὧρες. Αὐτὸ τὸ ἐπιτίμιο τοῦ ἔδωσα ἐκείνη τὴ στιγμὴ καὶ τὸν κοινώνησα.

Βλέπετε πῶς ἐπιβάλλεται νὰ κάνης μία συγκατάβαση γιὰ ἕνα τόσο σοβαρὸ θέμα; Δὲν τὸν κανόνισα σύμφωνα μὲ τοὺς Κανόνες, ἀλλὰ ὑπολόγισα τὴν πνευματική του κατάσταση καὶ τὸν ἡρωικὸ πόλεμο ποὺ ἐπὶ τόσα χρόνια ἔκανε χάριν τῆς Ὀρθόδοξου πίστεως. Διότι, πρέπει νὰ εἰπῶ, ἀλλὰ μὲ φόβο ὅτι δὲν βλέπω μόνο μὲ τὴν νηστεία εἴσοδο στὴν Οὐράνια βασιλεία. Ἡ βαθιὰ ταπείνωσις καὶ ἡ ἀκακία μᾶς παρέχουν τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας. Ἡ νηστεία συνιστᾶται σὰν μία κατάστασις ἀσκητικῆς καὶ φυσιολογικῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία ἀπαλλάσσει τὸν ὀργανισμὸ ἀπὸ τὶς τοξίνες καὶ κάνει καλὸ στὴν ὑγεία. Συναντᾶμε ὅμως καὶ διάφορες περιπτώσεις ἀνθρώπων ποὺ δὲν νήστευαν, διότι εἴτε ταξίδευαν, εἴτε ἦσαν ἄρρωστοι, εἴτε δι᾿ ἄλλους λόγους.

Βλέπετε ὅτι πρέπει ὁ Πνευματικὸς νὰ δείχνει κατανόηση. Πρέπει νὰ ὑπολογίζει τὴν ἔνταση τῆς μετανοίας τοῦ ἐξομολογούμενου, πράγμα τὸ ὁποῖο εἶναι ὁ στόχος του.

Ἐπῆγε κάποιος μὲ βαρεῖα ἁμαρτήματα νὰ ἐξομολογηθεῖ. Ὁ Πνευματικὸς τοῦ ᾿δωσε ἕνα πολὺ ἐλαφρὸ κανόνα καὶ ὁ χριστιανὸς τοῦ εἶπε: «Γιατί, πάτερ, ἔδωσες σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ ἕνα τόσο ἐλαφρὸ κανόνα»; Τότε ὁ Πνευματικὸς τοῦ μείωσε λίγο ἀπὸ τὸν κανόνα ποὺ τοῦ ἔδωσε. «Πάτερ, Τί κάνεις»; Ἀπὸ τὴν πολλὴ συντριβή του, ἔπαθε συγκοπὴ καρδίας καὶ πέθανε ἐκείνη τὴ στιγμή. Εἶχε τὸ φιλότιμο νὰ διαμαρτύρεται, διότι δὲν τοῦ ἔδωσε ὁ Πνευματικός του βαρὺ ἐπιτίμιο. Τελικὰ ὁ Πνευματικὸς ἀπεδείχθη ὅτι ἦτο πολὺ ἔμπειρος καὶ ὁδήγησε ἐκείνη τὴν στιγμὴ μία ψυχὴ στὸν παράδεισο μετανοημένη.

Ἑπομένως οἱ κανόνες μένουν σὰν οἱ μεγάλοι φάροι προσανατολισμοῦ. Π.χ. Ἰδοὺ κύριε ἡ ἁμαρτία σου (ἔκτρωσις) σοῦ ἀπαγορεύει νὰ κοινωνήσεις μὲ τὴν σύζυγό σου ἐπὶ 20 χρόνια, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ δυνατότητες ἐλαφρύνσεως τοῦ ἐπιτιμίου. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει: «Χρόνια ἀκοινωνησία θέλεις νὰ τοῦ δώσεις; Ὄχι, γιάτρεψε τὴν πληγή του». Τὸν ἐπετίμησες τόσα χρόνια, ἀλλὰ ἡ ψυχή του ἔμεινε ἀθεράπευτη. Μεγάλη εἶναι ἡ μάχη γιὰ τὴν θεραπεία μιᾶς πληγῆς!

Καταφρονεῖται ἡ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ, ὅταν Πνευματικοὶ ἱερεῖς ἀρνοῦνται νὰ λύσουν τοὺς μετανοημένους διὰ βαρέα ἁμαρτήματα. Εἶναι ἕνα τεράστιο λάθος τους. Μπορεῖς νὰ τοῦ ἀπαγορεύσεις νὰ κοινωνήσει, ἀλλὰ δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ μὴ τοῦ διαβάσεις συγχωρητικὴ εὐχή. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐρώτησε τὸν Κύριο: «Πόσες φορὲς νὰ συγχωροῦμε; Καὶ ὁ Κύριος του εἶπε ἑβδομηκοντάκις ἑπτά» δηλαδὴ ἄπειρες φορές. Αὐτὸ ἰσχύει σ᾿ αὐτὸν ποὺ εἰλικρινὰ μετανοεῖ, διότι σὲ κανέναν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καταργεῖ τὴν κόλαση λόγω φιλανθρωπίας τοῦ Δεσπότου Ἰησοῦ.



3. Ὑπάρχει κάποια κατηγορία ἀνθρώπων ποὺ δὲν μποροῦν νὰ σωθοῦν π.χ. οἱ ἠθοποιοί;
Ἀγαπητέ μου, μόνο ὁ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ· Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις. Συνεπῶς, μὴ κάνετε πάλι τέτοιου εἴδους ἐρωτήσεις. Προϋπόθεσις εἶναι ἡ μετάνοια. Ἕνα κάποιος σκότωσε χίλιους ἀνθρώπους, ἐξομολογεῖται, μετανοεῖ κλαίει, ὁ Θεὸς θὰ τὸν συγχωρέσει. Ἡ Θυσία τοῦ Γολγοθᾶ ἔγινε γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου καὶ ὄχι μόνο γιὰ μερικούς. Ἐὰν δὲν θέλουν, φυσικὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ σωθοῦν. Ὁ Σωτήρ μας δὲν σταυρώθηκε μόνο γιὰ μία κατηγορία σφαλμάτων, ἀλλὰ γιὰ κάθε ἁμάρτημα ποὺ γίνεται ἐπάνω στὴν γῆ μας. Μεγαλύτερη ἁμαρτία ἀπ᾿ αὐτὴ τοῦ Ἰούδα δὲν ὑπάρχει, διότι ἐνσυνείδητα πρόδωσε τὸν Θεό. Καὶ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὁ Θεὸς θὰ τὸν συγχωροῦσε, ἐὰν δὲν ἐκρεμαζόταν καὶ εἰλικρινὰ μετανοοῦσε. Μιὰ συμβουλὴ ποὺ δίνω στοὺς Πνευματικούς, εἶναι ν᾿ ἀγαποῦν τὰ πνευματικά τους παιδιά, ἔτσι ὅπως εἶναι.

Πῆγα σ᾿ ἕνα μοναστήρι, σὲ δυὸ πνευματικά μου παιδιά, ἱερεῖς-Πνευματικοί, ὅπου τὰ εἶχα μεταφέρει ἐκεῖ πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια καὶ τὰ ρώτησα: Πῶς ἐσεῖς ἐδῶ κανονίζετε τοὺς ἀνθρώπους; Μοῦ εἶπαν: «Ἐμεῖς ἐδῶ, αὐτοὺς ποὺ ἔκαναν μέχρι 20 ἐκτρώσεις, δὲν τοὺς λύνουμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τους». «Καὶ τί τοὺς κάνετε; Τοὺς στέλλετε στὸν Ἀρσένιο; Δὲν τοὺς μεταλαμβάνετε, τουλάχιστον δὲν τοὺς λύνετε τὴν ἁμαρτία τους;



4. Ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἐγκαταλείπουν τὴν ἁμαρτία τους, τοὺς διαβάζετε εὐχή, μετὰ ἀπὸ κάθε τους ἐξομολόγηση γιὰ τὴν ἴδια ἁμαρτία;
Τοὺς διαβάζω κάθε φορὰ ποὺ ἔρχονται νὰ ἐξομολογηθοῦν, ἄσχετα ἂν ἔπεσαν στὴν ἴδια ἁμαρτία.

Ἂν κάποιος δὲν πηγαίνει στὴν ἐκκλησία τὶς Κυριακὲς καὶ δὲν μοῦ λέγει ὅτι πηγαίνει, παρὰ μόνο ὅταν τὸν ρωτῶ ἐγώ, τότε αὐτὸν δὲν τὸν λύνω ἀμέσως. Τὸν βάζω πρῶτα ν᾿ ἀρχίσει νὰ ἐκκλησιάζεται καὶ ὕστερα ἔρχεται νὰ μιλήσουμε. Τοῦ λέγω τότε ὅτι εἶναι μεγάλη ἁμαρτία νὰ μὴν πηγαίνει στὴν ἐκκλησία καὶ τοῦ ἐξηγῶ λίγο τὴν σπουδαιότητα τῆς θείας Λειτουργίας, ὅτι ἐκεῖ εὑρίσκει πολλὴ χάρη.



5. Ἂν εἶναι καπνιστὴς ὁ ἐξομολογούμενος τὸν λύνετε;
Ἐγὼ τὸν λύνω. Ἀλλὰ δὲν μοῦ λέγει «Εἶμαι καπνιστής». Δὲν λέγει ἔτσι, ἀλλὰ «Ἤμουν καπνιστής». Ἡ λέξις «εἶμαι» σημαίνει συνέχεια. Βασίζομαι σὲ μία ἐξήγηση ποὺ τοῦ δίνω ὅσον ἀφορᾶ τὴν σοβαρότητα τῆς ἁμαρτίας. «Ἀντιλαμβάνεσαι παιδί μου, ὅτι τὸ κάπνισμα ἐργάζεται ὕπουλα γιὰ νὰ σὲ καταστρέψει. Αὐτὸ τὸ πάθος θὰ σὲ καταστρέψει αἰφνιδίως. Λοιπόν, πρέπει νὰ τὸ ἀφήσεις, διότι μὲ φέρνεις κι ἐμένα στὴν θέση νὰ σὲ λύνω -ψευδῶς, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ κάνω ἂν δὲν σταματήσεις τὸ τσιγάρο». Καὶ μοῦ λέγει: «Κατάλαβα πάτερ».

Βέβαια κατάλαβε γιὰ ἐκείνη τὴν ὥρα. Μπροστά μου ἀποφασίζει νὰ τὸ κόψει καὶ μακάρι νὰ μποροῦσε νὰ μὴν ἁμαρτήσει πάλι.

Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζουμε τὶς αὐθόρμητες ἀποφάσεις. Ὅμως καὶ δὲν πρέπει νὰ σταματᾶμε τὴν μετάνοιά του ἐκείνη τὴν ὥρα ποὺ λέγει πὼς θὰ διορθωθεῖ. Ἡ τακτική μου εἶναι νὰ εἶμαι ὅσο μπορῶ ἀνεκτικός, ἀλλὰ νὰ καταδικάζω ὁπωσδήποτε τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ πείθω κι αὐτὸν νὰ στρέφεται ἐναντίον της. Ἂν ὁ ἴδιος μισῆ τὴν ἁμαρτία του, τότε εἴμεθα σὲ καλὸ δρόμο. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ θὰ τὸν βοηθήσει.



6. Σὲ περίπτωση διαφωνίας μεταξὺ συζύγων τί μποροῦμε νὰ κάνουμε; Συνάντησα μία περίπτωση: Ἕνας νέος μοῦ εἶπε ὅτι ἡ γυναίκα του τοῦ κάνει μαγεῖες, τοῦ βάζει τοξικὲς οὐσίες στὸ φαγητό, λέγει ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσει μαζί του κι ὅμως περιμένουν νὰ γεννηθεῖ τὸ πρῶτο τους παιδί.
Ἀγαπητέ μου, τὴν ὑποφέρει μέχρι νὰ βρεῖ μία εὔλογη ἀφορμὴ γιὰ χωρισμό. Πρέπει νὰ τὴν ἀνέχεται ὅσο τὸ σκοινὶ πάει μακρύτερα. Καὶ εἶναι πολλὲς οἱ περιπτώσεις αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Πάντως ὑπάρχουν τέσσερις περιπτώσεις διαζυγίου:

Ἐὰν πρόκειται γιὰ περίπτωση μοιχείας, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Σωτήρ.

Στὴν περίπτωση αὐτή, ἐὰν ὁ ἕνας συγχωρεῖ τὴν πτώση τοῦ ἄλλου καὶ μετανοήσει ὁ πταίσας, τότε μποροῦν νὰ συμβιοῦν.

Ἐὰν ὁ ἕνας θέλει νὰ σκοτώσει τὸν ἄλλο καὶ διαισθάνεται ὅτι θέλει νὰ τὸν (τὴν) σκοτώσει εἴτε μὲ δηλητηρίαση, εἴτε μὲ τουφεκισμό. Τότε πρέπει νὰ χωρίζουν, παρὰ νὰ γίνει ἔγκλημα.

Ἐὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς δυὸ ἔπεσε σὲ αἵρεση καὶ μὲ τὴν βία προσπαθεῖ νὰ παρασύρει καὶ τὸν ἄλλον. Ὁ ἄλλος ἐπιτρέπεται νὰ χωρίζει παρὰ νὰ πέφτει στὸ ἀνάθεμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐὰν ἀναχωρεῖ στὸ μοναστήρι, ἀλλὰ μὲ τὴν σύμφωνη γνώμη τοῦ ἄλλου συζύγου καὶ μὲ κανονικὸ διαζύγιο.



7. Ἐπιτρέπεται ὁ χωρισμός, ὅταν δὲν ὑπάρχει κανονικὴ αἰτία;
Οἱ ἱερεῖς, ὡς γνῶστες τῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, τουλάχιστον γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν μόνιμη χρήση, κρίνουν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐὰν βέβαια ἔπαυσε ἡ ἀγάπη καὶ πρόκειται γιὰ ἕναν ἀμετανόητο μέθυσο, ποὺ ἔρχεται μὲ γυναῖκες στὸ σπίτι. Βλέπετε δὲν κρίνουμε ἐμεῖς ποιὸ εἶναι τὸ κανονικό. Ἀλλὰ σᾶς εἶπα, ἐὰν συλλαμβάνουμε τὸν ἕνα ἀπὸ τοὺς δυὸ νὰ φταίει, ἔχουμε τὴν ἐλευθερία νὰ λύσουμε τὸν γάμο τους, ἐφ᾿ ὅσο κι αὐτοὶ δὲν ἠμποροῦν μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ ζοῦν ἀκόμη. Ἔφτασα στὸ σημεῖο νὰ πῶ σὲ κάποιον: «Ὑπόβαλλε, κύριε, διαζύγιο καὶ τὸ θέμα σου τελείωσε».



8. Σὲ περίπτωση ἔκτρωσης τί μποροῦμε νὰ κάνουμε;
Δὲν μποροῦμε νὰ τὸ δεχθοῦμε μὲ κανένα τρόπο, ἀκόμη καὶ στὸν κίνδυνο νὰ χάση τὴν ὀρθόδοξη πίστη του ὁ ἔνοχος. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀνεχθοῦμε τὴν γυναίκα νὰ κάνη ἔκτρωση. Εἶναι μεγάλη ἁμαρτία. Καὶ δὲν συζητᾶμε μόνο τὸ γεγονός, ὅτι πέθανε ἕνας ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὅτι φόνευσε ἕνα ἄνθρωπο ἀβάπτιστο. Τοὺς ἀναπτύσσω μία διδασκαλία γι᾿ αὐτὸ τὸ θέμα καὶ ἀρχίζουν νὰ κλαῖνε. Ὁ Θεὸς περιμένει τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὄχι τὸν χρόνο. Διότι ὁ Θεὸς τοὺς συγχωρεῖ, ἂν μετανοοῦν, ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμή. Φέρτε στὴν μνήμη σας τὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ ἐμεῖς πάντοτε νὰ ρωτοῦμε τὸν ἑαυτό μας, τί θὰ ἔκανε στὴ θέση μας ὁ Χριστός; Ὁ Σωτὴρ θέλει νὰ σώσει τὸν κόσμο, ἀφοῦ μετανοήσει, διότι δὲν ὑπάρχει σωτηρία χωρὶς μετάνοια. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη πλευρὰ μὲ τὴν ὁποία μέσω τῆς μετανοίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁδηγεῖται ἐν συνεχείᾳ στὴν ἐξομολόγηση. Σὲ μία ἀκόμη παρατήρηση ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει, ὅτι ἐδίδοντο μεγάλα ἐπιτίμια, διότι ἡ πίστις ἦτο μεγάλη. Ἐμεῖς δὲν ἀγνοοῦμε τοὺς Κανόνες ἀλλὰ ὡστόσο ζοῦμε σὲ μία δική μας ἱστορικὴ στιγμή. Ἐγώ, σήμερα ἐξομολογῶ, τώρα στέκομαι σὲ διάλογο μὲ τὸν μετανοοῦντα. Καί, παρακαλῶ, θέλω νὰ μὲ πιστεύετε, ὅτι δὲν ἀπαγορεύσαμε περισσότερα ἀπὸ τρία χρόνια τὴν Θεία Κοινωνία σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔκαναν ἢ κάνουν ἐκτρώσεις.

Δυὸ ἐπείγοντα προβλήματα πρέπει νὰ λυθοῦν σήμερα στὴ χώρα μας γιὰ τὸ μέλλον τοῦ γένους μας καὶ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ: «Ἡ γεννητικότητα καὶ ἡ ἀναγέννηση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς στὰ χωριὰ καὶ τὶς πόλεις. Νὰ σκεφτοῦμε ὅτι ἡ Χώρα μας (Ρουμανία) ἔχει δυὸ ἑκατομμύρια ἐκτρώσεις τὸν χρόνο (πρόκειται γιὰ τὰ πρῶτα χρόνια μετὰ τὸ καθεστὼς τοῦ Τσαουσέσκου). Νὰ τί εἴδους θυσίες προσφέρουν σήμερα στὸν Θεὸ οἱ Ρουμάνοι! Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐθνικὴ καὶ χριστιανικὴ γενοκτονία στὴν ἱστορία τοῦ Ρουμανικοῦ μας Ἔθνους. Παλαιὰ οἱ πρόγονοί μας πέθαιναν πολεμώντας μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ ἡμεῖς σήμερα σκοτώνουμε τὰ παιδιά μας γιὰ νὰ ζήσουμε ἐμεῖς καλλίτερα πάνω στὴν γῆ! Ἀλλά, ἐὰν δὲν μετανοήσουμε δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ δοῦμε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ νὰ λάμψη στὶς καρδιές μας.

Ἐπίσης χρειάζεται μία ὁλοκληρωτικὴ θρησκευτικὴ ἀναγέννησις στὴν Ρουμανία, ἡ ὁποία ἔχει πλέον ἀπὸ 400 μοναστήρια καὶ σκῆτες καὶ περισσότερες ἀπὸ 10000 ὀρθόδοξες ἐνορίες! Οἱ φοβερότερες κοινωνικὲς καὶ ψυχικὲς ἀρρώστιες τῆς Χώρας μας σήμερα εἶναι: Ὁ Ἀλκοολισμός, ἡ πορνεία, τὸ διαζύγιο, ἡ πορνογραφία διαμέσου ὅλων τῶν συγχρόνων μέσων, οἱ αἱρέσεις, ὁ διχασμός, τὸ μίσος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ ἐκδίκηση καὶ διὰ λόγους ὑλικούς.



9. Λέγει ἡ γυναίκα, ὅτι «δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ μένα ἡ ἔκτρωση, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἄνδρα μου».
Πάτερ, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ αὐτὴ λέγει ὅτι τὴν πίεσε ὁ ἄνδρας της καὶ λυπᾶται γι᾿ αὐτό, τῆς διαβάζω βέβαια συγχωρητικὴ εὐχή, ἀλλὰ τὴν ἀποκλείω ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία. Τῆς λέγω: Ἦταν καλλίτερο νὰ προτιμήσης τὸν θάνατο, παρὰ νὰ δεχθεῖς τοῦ ἀνδρός σου τὴν πίεση! Καὶ ἀλίμονο, βέβαια στὸν ἄνδρα αὐτόν... Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ καημένη κλαίει γιὰ τὸ πάθημά της καὶ δὲν πρέπει νὰ φύγει ἀπελπισμένη, διότι ἀρνήθηκα νὰ τῆς διαβάσω τὴν εὐχὴ τῆς συγχωρήσεως. Κατόπιν τοὺς ἔβαλα τὰ ὀνόματα γιὰ μνημονεύσει στὴν Προσκομιδή, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς ἐπέπληξαν τοὺς δυὸ γιὰ τὸ ἁμάρτημά τους καὶ τοὺς συμβούλευσα νὰ μὴ κάνουν ποτὲ τὸ ἴδιο πράγμα.



10. Ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξομολογηθοῦν τὶς ἁμαρτίες τους κι ὅμως δὲν ἀλλάζουν τὴν ζωή τους, δὲν μεταμορφώνονται ἐν Χριστῷ.
Ἐὰν δὲν ἀλλάζει, δὲν τὸν κοινωνεῖς ἀμέσως, ἀλλὰ τὸν λύνεις ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του. Δὲν πρέπει νὰ τὸν διώχνεις ἀσυγχώρητο...

Τὸ ἀκριβότερο πράγμα στὸν κόσμο εἶναι ἕνα δάκρυ μετανοίας.



11. Πές μας Γέροντα, κάτι γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου.
Σᾶς λέγω γιὰ νὰ ξέρετε μόνο ἕνα πράγμα καὶ θέλω νὰ τὸ κρατήσετε αὐτὸ μὲ πολλὴ ἀκρίβεια: Νὰ μὴ τελεῖται τὸ Εὐχέλαιο μόνο μ᾿ ἕνα ἱερέα. Τουλάχιστον μὲ δυό. Δηλαδὴ νὰ εἶναι πάνω ἀπὸ δυό. Καὶ ξέρετε γιατί; Διότι θεμελιώνεται στὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας ποὺ εἶπε: «Προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας καὶ προσευξάσθωσαν ἀπ᾿ αὐτόν...» (Ἰακ. 5,14). Ὄχι μὲ ἕνα ἱερέα.